Η περιοχή της Κορωνησίας στον Αμβρακικό κόλπο, όπου συμπλέκονται κολπίσκοι, νησίδες γης, ορμίσκοι, κανάλια, ακρωτήρια, με μοναδικά δείγματα χλωρίδας και πανίδας, συνθέτει ένα σκηνικό ανυπέρβλητης ομορφιάς, όπως άλλωστε μαρτυρά η ίδια η ιστορία. Το θερμό κλίμα, τα ρηχά νερά στις ακτές, οι αβαθείς λιμνοθάλασσες και οι βάλτοι δημιουργούν ένα φιλόξενο τόπο για ζώα και φυτά, αλλά και ένα κατεξοχήν ανθρωπογενές περιβάλλον ειδικών δραστηριοτήτων. Το νερό ακολουθώντας το φύσημα του ανέμου προς την ενδοχώρα αφήνει στο διάβα του μικρά αλάτινα ίχνη. Όλα αυτά συνηγορούν στο να αναδειχθεί η περιοχή της Κορωνησίας και γενικότερα ο Αμβρακικός κόλπος σε έναν από τους πιο σημαντικούς υγροτόπους της Ευρώπης.
Το σύμπλεγμα της Κορωνησίας, αναπτύσσεται στο βόρειο τμήμα του Αμβρακικού κόλπου όπου το εκτεταμένο δελταϊκό σύμπλεγμα των δύο ποταμών Λούρου και Αράχθου δημιούργησαν τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά του τόπου (βλέπε κεφ. ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΤΟΠΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΥΣΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ).
Η πρώτη γνωστή αναφορά στην ελώδη περιοχή στις εκβολές των ποταμών ανήκει στον ιστορικό Πολύβιο (Plb 4.61.7) στις αναφορές του στο γειτονικό Φιδόκαστρο (αρχαίος Άμβρακος) και περιγράφει το ελώδες της περιοχής, την ασχολία των κατοίκων με την αλιεία και την τεχνητή διαδρομή προς την πόλη της Άρτας (αρχαία Αμβρακία).
Η ιστορική χαρτογραφία της περιοχής, ως τμήμα του Αμβρακικού κόλπου, τεκμηριώνει το ενδιαφέρον για την περιοχή, άλλοτε αγκυροβόλιο και τροφοδοσία των πλοίων, άλλοτε ως παραγωγική περιοχή . Το θαλάσσιο αυτό μέτωπο, λειτούργησε διαχρονικά ως το επίνειο της Ηπειρωτικής ενδοχώρας και συνδέεται με την ιστορία της ευρύτερης περιοχής.
Για το όνομα Κορωνησία ή Κορακονισιά, ή Κορακονήσι έχουν εκφραστεί ενδιαφέρουσες απόψεις . Σύμφωνα με παλαιότερους ερευνητές στο νησί ήταν κτισμένη η αρχαία πόλη Κορώνεια , χωρίς να αναφέρονται οι πηγές στις οποίες στηρίχθηκε η άποψη αυτή, αν και δεν υπάρχουν στοιχεία να το επιβεβαιώνουν, ωστόσο τα τελευταία χρόνια πυκνώνουν οι ενδείξεις ότι η Κορωνησία είχε κατοικηθεί ήδη από την αρχαιότητα. Η αρχαία πόλη βρισκόταν μεταξύ των νησιών Άγιος Αντώνιος, Βλάχος, Διαπόρι κ.ά., καθώς πρόκειται για μια βυθισμένη πολιτεία, ευρήματα της οποίας εντοπίζονται διάσπαρτα στη θάλασσα. Είναι δύσκολο για την ώρα να αποφανθούμε για τη θέση της αρχαίας πόλης, καθώς και για την ορθότητα της ταύτισής της . Βέβαιο είναι ότι τόσο στην Κορωνησία, όσο και σε αρκετά από τα γύρω νησάκια, εντοπίζονται πολλές αρχαιότητες που σε συνδυασμό με τις γραπτές πηγές διαμορφώνουν την ιστορικογεωγραφία της περιοχής . Σύμφωνα με τις νεότερες έρευνες, αρχαιολογικά τεκμήρια (τμήματα επιστηλίου, βάθρο αγάλματος, επιγραφή, όστρακα κεραμικής κτλ.) έχουν εντοπιστεί στον περιβάλλοντα χώρο του ναού της Παναγίας στο κέντρο του οικισμού, στην περιοχή της «Κούλιας» καθώς και αρχαία οικοδομικά κατάλοιπα στις νησίδες Βουβάλα, Περανήσι και Νησόπουλο . Ευρήματα υστερορωμαϊκής και παλαιοχριστιανικής εποχής διατηρούνται στην ανωδομή του προαναφερόμενου ναού, για τα οποία έχει εκφραστεί η άποψη ότι προέρχονται από την νησίδα Κέφαλος του Αμβρακικού όπου παλαιότερα είχαν ανασκαφεί δύο παλαιοχριστιανικές βασιλικές, όπου είχαν εγκατασταθεί πρόσφυγες από ελληνικές πόλεις της περιοχής την περίοδο των βαρβαρικών εισβολών τον 6ο και 7ο αι. Έχει εκφραστεί και η άποψη ότι και η Κορωνησία μπορεί να είχε κατοικηθεί ως νησίδα με επαρκή έκταση την περίοδο αυτή.
Η ιστορική εικόνα της Κορωνησίας στα πρώιμα βυζαντινά χρόνια είναι σαφέστερη λόγω των γραπτών πηγών που αναφέρονται στον ναό της Παναγίας και σε γεγονότα που έλαβαν χώρα στην «χερονίζουσα νήσον». Ο ναός έχει αποδειχθεί ότι αναγέρθηκε αρχικά το 10ο αι, ενώ γραπτές πηγές αναφέρονται σε αυτόν από τον 12ο αι. Ένα αρχικό κτίσμα του 10ου αι. του τύπου του ελεύθερου σταυρού, αποτέλεσε τον πυρήνα μιας δραστήριας μοναστικής κοινότητας, γύρω από την οποία αναπτύχθηκε μία κοινότητα λαϊκών . Κατά Σεπτέμβριον του έτους 1436 επισκέφτηκε το μοναστήρι ό ’Ιταλός αρχαιολόγος και περιηγητής Κυριάκός ό έξ Άγκώνος , ό οποίος σημειώνει: «…….Ημείς ‘όμως διαταγή των πριγκήπων επλέυσαμεν τη παραμονή των Ειδών του Σεπτεμβρίου (=τη 12η Σεπτεμβρίου) προς την ιχθυοβριθή μικράν Ηρόνησον(;), ήτις παρά το στόμιον του ποταμού Αράχθου «Κορακονήσιον» ωνομάζετο, και ανεπαύσαμεν εκεί δια νυκτός τα μέλη επιζητούντες τον ύπνον παρά την ακτήν εν μέσω των κακών κωνώπων. Αρχομένης δε της ημέρας Παρασκευής εν τω ιερώ και επιφανεί ναώ της Μακαρίας Παρθένου, τω τιμωμένω υπό μοναχών τινών της Ελληνικής Θρησκείας, επετελέσαμεν κατά τα εκεί έθιμα την ιεράν ακολουθίαν ενώπιον των πρηγκίπων και εύρομεν επι του μαρμαρίνου δαπέδου το επόμενον βραχύ επίγραμμα, γράμμασιν αρχαίοις αττικοίς, όπερ εδείξεν ημίν αυτός ο βασιλεύς Κάρολος. Κλαυδία Βερενίκη, λατινιστί δε Claudia Verenice annorum XXIIII salve (ετών 24 χαίρε)»...
Map of the Ionian Islands and Malta
London: John Arrowsmith, 1844; from the London Atlas of Universal Geography Exhibiting the Physical & Political Divisions of the Various Countries of the World, 1844 https://archive.org/details/gri_33125010433965
Οι γραπτές ιστορικές πηγές από τον 12ο αι. για την μονή της Παναγίας και έμμεσα για την περιοχή μάς δίνουν την βεβαιότητα ότι τόσο η περιοχή της Κορωνησίας όσο και της όμορης περιοχής της Σαλαώρας κατοικούνται και αναπτύσσεται ιδιαίτερα η ιχθυοκαλλιέργεια σε μεγάλες εκτάσεις, ακόμα και στην απέναντι Ακαρνανική ακτή. Από τον 16ο αι. οι μέχρι σήμερα γνωστές οθωμανικές πηγές καταλείπουν πληροφορίες για την διοικητική και οικονομική κατάσταση της περιοχής και κυρίως για τα κτηματικά ζητήματα της Μονής, την παραγωγή αγροτικών προϊόντων και τις εγκαταστάσεις (ελαιοτριβείου κελιών κτλ. ) . Κατά τον 19ο αι. οι πληροφορίες για την περιοχή προέρχονται κυρίως από του ξένους ταξιδιώτες και ταυτίζονται με την γενικότερη πολιτική κατάσταση της διοίκησης του Αλή πασά των Ιωαννίνων.
Από τα μέσα έως τα τέλη του ίδιου αιώνα πληροφορούμαστε ότι στο νησί κατοικούσαν 10 οικογένειες που εργάζονταν στα παρακείμενα ιχθυοτροφεία , ενώ στα 1895 η μικρή κοινότητα αριθμούσε 85 κατοίκους. Στην οθωμανική απογραφή του 1895 το νησί Κορακονίσια (Κορωνησία) (όπως αναφέρεται) είχε 11 σπίτια και κατοικούνταν από 48 άνδρες και 37 γυναίκες . Γνωρίζουμε από τις ίδιες πηγές ότι ο πρώιμός αυτός οικισμός και οι ασχολίες των κατοίκων επηρεάστηκαν ουσιαστικά από την θάλασσα «….. Η διαμόρφωσή του και η εξέλιξή του καθώς και η ανάπτυξη εμπορικών δραστηριοτήτων, προσδιορίστηκαν σε μεγάλο βαθμό από τους φυσικούς πόρους της ευρύτερης περιοχής του Αμβρακικού. Οι κάτοικοι κατά καιρούς ήταν ψαράδες, ναυτικοί, ιδιοκτήτες μικρών πλοίων, μεταφορείς, έμποροι, πειρατές και θύματα πειρατείας. Τα ιχθυοτροφεία και οι αλυκές του Αμβρακικού, οι τόποι αγοραπωλησίας γεννημάτων, ο σιτοβολώνας του Ξηρομέρου και τα περάσματα του εμπορίου, αποτελούσαν στόχο της ληστοπειρατείας …..»
Την ίδια εποχή διατυπώνονται και οι πρώτες «επιστημονικές» απόψεις για την γεωγραφία και την μορφολογία της περιοχής από τις επιστημονικές αποστολές και μπορούμε με κάποια βεβαιότητα να ανιχνεύσουμε τις χωρικές μεταβολές και τα ενδιαφέροντα στοιχεία για την περιοχή. Αναφέρουμε ένα από τα γνωστά αποσπάσματα του γεωγράφου James Wolfe που δημοσιεύτηκε στο “Observations on the Gulf of Arta, made in 1830» από τον Lieut James Wolfe, R.N. Read, 24th Dec. 1832, που περιλαμβάνεται στο The Journal of the Royal Geographical Society of London, τόμος ΙΙΙ, 1833, σελ..77 – 94 . «……..Η Βουβάλα, και τα μικρά νησάκια που βρίσκονται στο νότιο τμήμα (τα οποία είναι όλα ψηλά), φαίνεται να αποκαλούνται αποκλειστικά με το όνομα Κορακονήσι και το γεγονός ότι το σημείο όπου βρίσκεται το χωριό έχει την ίδια ονομασία, δείχνει ότι παλαιότερα δεν ανήκαν στην ηπειρωτική χώρα, αλλά κατά πάσα πιθανότητα ήταν όλα ενωμένα μεταξύ τους. Είναι όλα κλεισμένα σε μια περιοχή βάθους δυο ή τριών μέτρων που εκτείνεται από την ακτή και δύο από αυτά συνδέονται ήδη με μια όχθη, πάνω από την οποία η θάλασσα ξεβράζεται μόνο με τις δυνατές, θαλασσινές αύρες. Το ίδιο, το νησί Βουβάλα σχηματίζεται από τέσσερις νησίδες, που συνδέονται μεταξύ τους με λωρίδες άμμου που περικλείουν μια λίμνη. Και στο μεγάλο ύψωμα όπου βρίσκεται το χωριό έχουν προστεθεί δύο παρόμοιες νησίδες που περικλείουν επίσης μια λίμνη. Όλα αυτά τα υψώματα είναι από απαλή άμμο, με βράχια ύψους δεκαπέντε έως τριάντα ποδιών, στα οποία υπάρχουν φλέβες αποσυντεθειμένου ίασπι, ενώ εκείνα στην ηπειρωτική χώρα από κοκκινόχωμα, και διαφέρουν, στο σχηματισμό τους από εκείνα της Σαλαχώρας, που είναι από ασβεστόλιθο και χαλαζία. Η ίδια χαμηλή ακτή συνεχίζεται και πάλι πέρα από το Κορακονήσι, με τάση προς τα Β.Α. αλλά τώρα ίσως λιγότερη σταθερή από ό,τι στα δυτικά, ώσπου φτάνουμε στις παλιές εκβολές του ποταμού Άρτα, που τώρα ονομάζονται Παλαιά Μπούκα……»
Τοπογραφικός χάρτης του Girolamo Delanges (1757) - Xartis de la Terra Ferma Nicolas Vernicos
Την ίδια περίοδο επίσης διαμορφώνονται και οι βασικές ιδέες για τις ακτοπλοϊκές διαδρομές και τα λιμάνια στο Ιόνιο αλλά κυρίως στον Αμβρακικό κόλπο με έμφαση στην περιοχή της Σαλαώρας και της Κορωνησίας. Θεωρούμε ότι οι πρώτες επιστημονικά καταγεγραμμένες θαλάσσιες διαδρομές σε συνδυασμό με την γενικότερη πολιτική αντίληψη της εποχής για την διαχείριση των εδαφών της φθίνουσας οθωμανικής διοίκησης, διαμόρφωσαν και την μετέπειτα πολιτική της οριοθέτησης των πρώτων Ελληνικών συνόρων, γεγονός που έφερε την περιοχή στο κέντρο της διεθνούς πολιτική. Για το θέμα αυτό θα ασχοληθούμε παρακάτω, αφού μεταφέρουμε δείγματα των περιγραφών των διαδρομών και λιμανιών από ένα τυχαίο σχετικό κείμενο που εκδόθηκε το 1834 αμέσως μετά της πρώτης οριοθέτησης των συνόρων: Compendio di Geografia compilato su di un nuovo piano, comforme agli trattati di pace e alle piu'recenti scoperte, Adriano Balbi, 1834 ,p.744 «………Η Σαλαγόρα, με τις απέραντες αλυκές και λιμάνι πάνω από τον όμορφο κόλπο της Άρτας, ξεχωρίζει για τα άφθονα ψάρια της, για τα δάση που καλύπτουν τα ακρωτήρια της και για τα πολλά λιμάνια που προσφέρει στους ναυτικούς: Η Σαλαγόρα φημίζεται ότι είναι το λιμάνι της πόλης της Άρτας …………»
Χάρτης του Αμβρακικού κόλπου19ου αι. από Γαλλικά αρχεία
https://gallica.bnf.fr/ark:/12148/btv1b8439181g
Σε ολόκληρο τον 19ο αιώνα οι πληροφορίες για την περιοχή είναι σποραδικές. Μερικά γεγονότα αξίζει να αναφερθούν, στο βαθμό που διατηρούνται μνημειακά σύνολα άξια προς διατήρηση. (Οχυρωματικά έργα , λιμενικές εγκαταστάσεις κτλ.). Η στρατηγική θέση της Κορωνησίας σχεδόν στην καρδιά του Αμβρακικού αλλά και η δυνατότητα μέσω της ακτογραμμής Σαλαώρα – Κορωνησίας της δημιουργίας προγεφυρώματος για την μετακίνηση προς το εσωτερικό της Ηπείρου, αποτέλεσε θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων κατά το 1828-1829, στην προσπάθεια του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια να συμπεριλάβει στα σύνορα της Ελλάδος την Στερεά. Η νικηφόρα μάχη των Ελλήνων υπό τον Αθανάσιο Κουτσονίκα στην Κορωνησία ανέκοψε την πορεία του Κιουταχή προς τη Ρούμελη. Τον Γενάρη του 1829, ο Κουτσονίκας, αποβιβάστηκε στο νησί με 1.000 άνδρες και το οχύρωσε. Ο Κιουταχής στρατοπέδευε με 5.000 στρατιώτες στην απέναντι στεριά και η σύγκρουση ήταν σφοδρή. Η ήττα των Οθωμανών ήταν σημαντική για τις μετέπειτα πολιτικές εξελίξεις της οριοθέτησης και αναγνώρισης του νέου Ελληνικού κράτους . Λίγο αργότερα, στις 10 Μαρτίου υπογράφτηκε στο Λονδίνο το πρωτόκολλο της ανεξαρτησίας που όριζε τα πρώτα σύνορα της Ελλάδας τη γραμμή Παγασητικού-Αμβρακικού. η συνοριακή γραμμή του νεοσύστατου ελληνικού κράτους καθορίστηκε από τον κόλπο του Βόλου έως και τον κόλπο της Άρτας, αφήνοντας την Κορωνησία με τα ιχθυοτροφεία των λιμνοθαλασσών Λογαρούς, Τσουκαλιού και Αγρίλου στο τουρκικό κράτος. Μολονότι η Άρτα και η περιοχή του κάμπου, ανατολικά του Αράχθου ποταμού, είχε ενσωματωθεί ήδη το 1881 στο ελληνικό κράτος, η Κορωνησία, όπως και το υπόλοιπο τμήμα της Ηπείρου, αποτελούσαν εδάφη της οθωμανικής αυτοκρατορίας έως και την απελευθέρωσή τους, το 1912. Αναλυτικότερα το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 10 – 22 Μαρτίου 1829 εκτός των άλλων πολιτειακών όρων και των όρων υποτέλειας του Ελληνικού κράτους στον Σουλτάνο, προέβλεπε και τον καθορισμό της χερσαίας μεθορίου μεταξύ των δύο κρατών . Αυτή είχε τα παρακάτω όρια: στην Στερεά θα άρχιζε από το στόμιο του Παγασητικού κόλπου, θα έφθανε στην κορυφή του όρους Όθρυς, θα εκτείνονταν κατ΄ ευθείαν μέχρι την Ανατολική κορυφή των Αγράφων, όπου και η συμβολή τους με την Πίνδο. Στην συνέχεια το όριο θα κατερχόταν την κοιλάδα του Αχελώου νότια του χωριού Λεοντίτου, το οποίο θα έμενε στην Τουρκία και στη συνέχεια αφού περνούσε το Μακρυνόρος αφήνοντας στην Ελλάδα το ομώνυμο στενό, θα κατέληγε στον Αμβρακικό κόλπο στην ανατολική παρειά του κολπίσκου της Κόπραινας .
Το νέο πρωτόκολλο της 3ης Φεβρουαρίου 1830 προκάλεσε ακόμη μεγαλύτερη αντίδραση και δυσαρέσκεια στους υπόδουλους. Με το πρωτόκολλο αυτό, τα χερσαία σύνορα του νέου Ελληνικού κράτους περιοριζόταν ακόμη περισσότερο σε αντιστάθμισμα της παραχώρησης στην Ελλάδα καθεστώτος απόλυτης ανεξαρτησίας. Με το νέο πρωτόκολλο τα χερσαία σύνορα θα ακολουθούσαν τον Αχελώο ποταμό ως τις εκβολές του, παραχωρώντας στην Τουρκία την Ακαρνανία. Η οριστική λύση που καθόριζε κατά βάση και την τύχη της Ηπείρου δόθηκε οριστικά και αμετάκλητα με το Πρωτόκολλο της 26ης Σεπτεμβρίου του 1831 , με το οποίο επανερχόταν σε ισχύ η παλιά οροθετική γραμμή του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου του 10-22/3/ 1829, που έγινε αποδεκτή από την Πύλη με την συνθήκη του Καλεντέρ Κιόσκ στις 21-7-1832 .
Γεωφυσικός χάρτης που απεικονίζει την περιοχή της Άρτας. Εκδότης: Υπουργείον των Στρατιωτικών Χαράκτης: Καισαροβασιλικό Στρατιωτικό-Γεωγραφικό Ινστιτούτο Βιέννης Τόπος έκδοσης χαρακτικού: Βιέννη Τόπος έκδοσης χαρακτικού: [Vienna] 1881
http://arxeiomnimon.gak.gr/browse/resource.html?tab=01&id=567083
Η οροθετική αυτή γραμμή θα παραμείνει αμετάβλητη, τουλάχιστον όσον αφορά τις διεθνείς συμβάσεις μέχρι την ελληνοτουρκική συμφωνία στις 20 Ιουνίου / 2 Ιουλίου 1881, σύμφωνα με την οποία η Θεσσαλία και η επαρχία της Άρτας παραχωρούνταν οριστικά στην Ελλάδα, διαμορφώνοντας ως οροθετική γραμμή –στην ως άνω περιοχή- τον ρου του Αράχθου ποταμού.
Τα θαλάσσια σύνορα μεταξύ των προαναφερόμενων κρατών στην περιοχή του Αμβρακικού παρέμενε και στις δύο περιπτώσεις ο άξονας που ορίζεται στην περίπτωση των ορίων του 1832, από το σημείο συμβολής της ακτογραμμής με τα χερσαία όρια στην δυτική πλευρά του κόλπου της Κόπραινας και στα όρια του 1881 από τις εκβολές του Αράχθου μέχρι το μέσον του στενού της Πρέβεζας. Η μικρή διαφορά που προκύπτει μεταξύ των πρώτων ορίων και των τελικών του 1881 στην περιοχή της Κόπραινας, ελάχιστα επηρέασε την όλη κατάσταση, εκτός από την παραχώρηση στην Ελλάδα μερικών μεθοριακών οχυρών που ιδρύθηκαν στο πλαίσιο της πρώτης χάραξης των συνόρων και αποτελούν αντικείμενο της παρούσης εργασίας, στον βαθμό που η περιοχή μελέτης περιλαμβάνει αρχιτεκτονικά κατάλοιπα και οχυρά της περιόδου. (Οχυρά Σαλαώρας, Κούλια Κορωνησίας κτλ.). Σε γενικές γραμμές η βόρεια ακτογραμμή του Αμβρακικού κόλπου παρέμενε στην Τουρκία και η αντίστοιχη νότια στην Ελλάδα μέχρι την τελική απελευθέρωση των περιοχών το 1912-13 . Επισημαίνουμε ότι το μέτωπο του Αμβρακικού – με εξαίρεση την ακτογραμμή της Κόπραινας που αποτελεί και την διαφορά των δύο οροθετικών γραμμών – χρησιμοποιήθηκε από την Τουρκία μέχρι την οριστική απελευθέρωση της Πρέβεζας στις 21 Οκτ. 1912 αφού έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ατυχή για την Ελλάδα έκβαση της προσπάθειας απελευθέρωσης της Πρέβεζας στα 1897 .
Απόσπασμα από επιτελικό χάρτη με τις θέσεις των οχυρών στην οροθετική γραμμή του 1830
Πηγή: https://nafplio.wordpress.com/2023/05/12/%CE%B7
Σύμφωνα με τα παραπάνω ξεκινώντας από την Πρέβεζα και ακολουθώντας την βόρεια ακτογραμμή του Αμβρακικού αναφέρονται τα εξής οχυρά, που αφορούν τόσο συγκροτημένα φρούρια, όσο και απομονωμένα οχυρά ή θέσεις που συμβάλουν ως προς τον έλεγχο του πεδίου: πυροβολείο Χαμηδιέ, κάστρο Παντοκράτορα, Κάστρο Αγ. Γεωργίου, παράκτιο πυροβολείο στη θέση Παλαιοσάραγα Πρέβεζας, πυροβολείο Βρυσούλας, στρατιωτικός σταθμός στο Σκαφιδάκι, Φρούριο Σαλαώρας, οχυρός σταθμός Κορωνησίας, ο αντίστοιχος των Αλυκών Κόπραινας, (συμβολή ακτογραμμής και χερσαίων ορίων) ο του Μακρυνόρους , ο στρατιωτικός σταθμός στο Λειβαδάκι , βορειότερα άλλος ο του Αννίνου , ο του Παλαιομύλου , ο της Χρυσούλας , ο στρ. σταθμός στο Πλατύ κοντά στην κοινότητα Κομπότι , βορειότερα άλλος του Διποτάμου , του Πολυμήτου και στη συνέχεια οι μεθοριακοί σταθμοί Μπούλμεσι Δημαριού, Κανελόπουλα , Αγ Παρασκευής , Αγ. Γεωργίου (ναϊδριο με φρουρά), Χελώνας , Σουμερούς Σκουλικαριάς , Αγ. Ηλία , Κανάλια, Τρία Έλατα, Μπότζι (45), Βαλανιδιάς (46), Βερβερίτσα- Βραγκιανά- Γέφυρα Κοράκου.
Από το παραπάνω δίκτυο οχυρών δύο βρίσκονται στην περιοχή της μελέτης. Το φρούριο Σαλαώρας και ο οχυρός σταθμός Κορωνησίας και έμμεσα ο στρατιωτικός σταθμός της Κόπραινας.
Η Σαλαώρα αποτελεί μικρότερο κόλπο εντός του Αμβρακικού, του οποίου αποτελεί το βορειοδυτικό μυχό. Εκτείνεται μεταξύ των ακρωτηρίων Σκαφιδάκι νοτιοδυτικά και Κορωνησία νοτιοανατολικά. Η βραχώδης χερσόνησος όπου υπήρχαν λιμενικές εγκαταστάσεις, αναπτύσσεται ανάμεσα σε σχηματισμούς λιμνοθαλασσών που επικοινωνούν μεταξύ τους: τη λιμνοθάλασσα της Ροδιάς προς βορρά, της Αυλερής ανατολικά και του Τσουκαλιού δυτικά. Η τελευταία διαχωρίζεται από την ευρισκόμενη ανατολικότερα λιμνοθάλασσα Λαγαρού, με προσχωματικό βέλος που ένωνε την Κορωνησία με τη χερσόνησο της Σαλαώρας. Μέχρι την περίοδο του Αλή πασά η Σαλαώρα, μολονότι αποτελούσε το βασικό επίνειο της Ηπείρου, δεν παρουσιάζει κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την οθωμανική διοίκηση με εξαίρεση μερικά στρατιωτικά γεγονότα του 1696 . Η εμπορική σημασία του λιμανιού όμως ήταν μεγάλη και έχουν καταγραφεί σχετικά μετακινήσεις πλοίων σε συνδυασμό με το λιμάνι της Κόπραινας στην ίδια περιοχή.
Μετά την εξαγορά του βοεβοδελικίου της Άρτας στα 1796, η προσάρτηση του λιμανιού της Σαλαώρας, ως επίνειου των Ιωαννίνων και της Άρτας , αποτέλεσε βασικό μέλημα του Πασαλικίου των Ιωαννίνων και φαίνεται ότι η ίδια άποψη παρέμεινε και αρκετά χρόνια αργότερα ως μέλημα της τουρκικής διοίκησης. Για πρώτη φορά αναφέρεται η προσπάθεια ίδρυσης οικισμού στην περιοχή με τη μεταφορά κατοίκων της περιοχής της Χειμάρας , καθώς και η κατασκευή λιμενικών εγκαταστάσεων . Η κατασκευή μικρού σαραγιού από τον Αλή πασά συμπλήρωσε την υποτυπώδη διαμόρφωση της περιοχής. Σύμφωνα με την περιγραφή του Holland, στη Σαλαώρα είχε εγκατασταθεί μία δογάνα ή τελωνείο, υπό την προσωρινή διεύθυνση ενός Εβραίου, ενώ το κύριο κτίριο ήταν ένα μικρό παλάτι του Βεζύρη, χώρος περιστασιακής ανάπαυσης στα ταξίδια του μεταξύ Ιωαννίνων και Πρέβεζας. Επρόκειτο για διώροφο κτίσμα με εσωτερική αυλή, στάβλους και δωμάτια στον όροφο. «Μία ξύλινη σκάλα οδηγούσε σε φαρδύ ξύλινο διάδρομο, ανοιχτό μπροστά, ο οποίος καταλάμβανε, όπως συνηθίζεται στα τούρκικα σπίτια, ένα μεγάλο μέρος του πρώτου ορόφου του κτιρίου. Τα κατοικήσιμα δωμάτια σχημάτιζαν πτέρυγες στον κεντρικό διάδρομο, αλλά μόνο δύο δωμάτια ήταν κατάλληλα για την υποδοχή του Βεζύρη και των υψηλών αξιωματούχων του» . Η συγκέντρωση πολλών στρατιωτών στο κατάλυμα αυτό συντέλεσε ώστε να δίνει την εικόνα της οχυρής κατοικίας, όπως αυτή αναπτύχθηκε στην περιοχή. Σύμφωνα με την παραπάνω περιγραφή, η εσωτερική αυλή στο κτίριο και η ανάπτυξη διώροφων πτερύγων γύρω της παραπέμπει πιθανόν σε ένα καστρόμορφο ορθογωνικό κτίριο με μειωμένες προσβάσεις προς το εξωτερικό του. Στην έκθεση του Ρωσικού υποπροξενείου λίγα χρόνια αργότερα η περιγραφή είναι πιο σαφής: «…Επι της ρηθείσης λοιπόν Σαλαχώρας κείται το φρούριον κατά το Μ. ταύτης μέρος προς την θάλασσα. Το φρούριο τούτο είναι τείχος μάλλον, αρχόμενον ΑΜ. και λήγον κατά κύκλον 12000 μέτρων, εις το ΒΔ περικλείον εν αυτώ έτερον τείχος το σχηματίζον το φρούριον, τους στρατώνας, μαγειρεία και πυριταποθήκην, κυρίως τα πυροβολοστάσια του, ύψους μέχρι 6 μέτρων, το όλον δε φέρουσι 4 πυροβόλα των 12 παλαιάς εποχής, κείται δε ακριβώς προς το Μ της νήσου μέρος, το μακρόν τείχος και τον περίβολον του φρουρίου σχηματίζει κύκλον 2500 μέτρων, έχει μόνον πάχος 30% μέτρων, περικλείει δε το μεγάλον τείχος, το τελωνείον, το Αγρονομείον, Χάνιον και Τελωνειακάς αποθήκας, λιθίνους μεν δύο, ξυλίνην δε μίαν. Εν τω φρουρίω δε αυτώ και προ και νυν ευρίσκονται 10 πυροβολισταί και 50 στρατιώται, έχει πυριταποθήκην μικράν εν ή υπάρχουσιν ελάχιστα πολεμοφόδια και 2000 οκάδες διπύρου, έξωθεν του όλου τείχους εσχηματίσθη σταθμός χωροφυλακής λίθινος τετράγωνος με τουφεκοθυρίδας. Ο υπ΄ 12 τοιούτος, εν αυτώ ενδιαιτώνται 3 χωροφύλακες μεθ΄ενός λοχίου χάριν της τάξεως, επι της κορυφής δε του βουνού της Σαλαχώρας υπάρχει εκτισμένος στρογγύλω σχήματι έτερος σταθμός ο υπ΄αριθ 11 εις είδος Bloc – house. Εν ώ διαμένουσι 6 στρατιώται εκ του Ρεδιφ , δια του σταθμού τούτου και τα φρούρια Άρτης και παρόδιοι σταθμοί δύνανται καλώς να συνεννοηθώσιν δια πυρών με τα εισπλέοντα τον κόλπον πλοία, λέγεται δε ούτος Σαλαχώρα Τεπί Κουλιασί…»
Σε άλλη νεότερη αναφορά στο 1897 σημειώνεται ότι ανατολικά του τελωνίου διακρινόταν ένας λίθινος περίβολος που κατασκευάστηκε το 1854 και έφερε νότια έναν προμαχώνα.
Ελάχιστα σωζόμενα ίχνη του κτίσματος σήμερα, σε πλάτωμα ευρισκόμενο στη νοτιοανατολική πλευρά της χερσονήσου δίπλα σε μικρό λόφο (ύψους 83 μ.), υποδηλώνουν τη θέση του. Ένας ισχυρός τοίχος με κατεύθυνση ΒΔ-ΝΑ, παράλληλα σχεδόν προς τη θάλασσα, διασώζει μόνο την εσωτερική του παρειά με την οποία συγκρατεί την νότια πλευρά του φυσικού πλατώματος. Ο τοίχος αυτός είναι κατασκευασμένος με μικρούς λίθους και κοκκινωπό κονίαμα και έχει πλάτος τουλάχιστον 2 μ. στα σημεία που αυτό είναι δυνατόν να μετρηθεί. Βορειοδυτικά του τοίχου αυτού διασώζεται ορθογωνικό καμαροσκέπαστο κτίριο, εξωτερικών διαστάσεων 40*70 μ., μισοεπιχωμένο στο έδαφος. Από το κτίριο έχει αφαιρεθεί η στέγη και καλύπτεται μόνο από το στρώμα των θολιτών. Χαμηλή τοξωτή θύρα βρίσκεται στη βόρεια πλευρά και το κτίσμα δεν περιλαμβάνει άλλα ανοίγματα. Η μορφή και ο τρόπος κατασκευής του είναι ίδιος με άλλα κτίρια της περιόδου, που χρησιμοποιούνται για πυριτιδαποθήκες . Δεν είναι εύκολο να διευκρινισθεί εάν τα λείψανα αυτά ανήκουν στο αρχικό συγκρότημα του Αλή πασά ή στο κάστρο - στρατώνα που ανεγέρθηκε στην ίδια θέση από την τουρκική διοίκηση το 1854, κατά την περίοδο του Κριμαϊκού Πολέμου, για να αντιμετωπισθεί τυχόν απόβαση ελληνικών στρατευμάτων στην Ήπειρο.
Στη λιθορριπή που διαμορφώνει τον κρηπιδότοιχο του νέου λιμανιού διακρίνονται επίσης μεγάλοι όγκοι λιθοδομής με ψευδοϊσόδομο σύστημα δόμησης. Οι όγκοι αυτοί είχαν μεταφερθεί για τις ανάγκες διαμόρφωσης του νέου λιμανιού κατά τη δεκαετία του 1950, και θα πρέπει να θεωρηθεί σχεδόν βέβαιο ότι αποσπάστηκαν από τα ερείπια του προαναφερόμενου φρουρίου. Πρόκειται για πανομοιότυπους ορθοκανονικούς παραλληλεπιπέδους όγκους με δυο αυλάκια που πιθανόν να βοήθησαν στην ανάρτησή του.
Σήμερα, στη θέση του παλαιού λιμανιού, υπάρχει μια μικρή προβλήτα με φάρο, ενώ το παλαιό τελωνείο έχει μετατραπεί σε Κέντρο Έρευνας και Πληροφόρησης Σαλαώρας. Η περιοχή προσφέρει επίσης δυνατότητες για παρατήρηση πουλιών, καθώς βρίσκεται κοντά στις λιμνοθάλασσες Τσουκαλιό και Λογαρού, που φιλοξενούν πλούσια ορνιθοπανίδα.
Το Οθωμανικό τελωνείο και Σεράι της Σαλαώρας, Σχέδιο του Charles Robert Ckockerel, British Museum
πηγή: Φώτης Βράκας, Η Άρτα και ο Αμβρακικός κόλπος από τον 15o ως τον 21o αιώνα μέσα από χάρτες, Χαρακτικά και πίνακες
Η επιγραφή πάνω από την είσοδο του ορόφου φέρει τη χρονολογία 1860 σε ελληνική και οθωμανική γραφή. Το οχυρό της Κορωνησίας θεωρείται ότι κατασκευάστηκε στις αρχές του 19ου αιώνα από τον Αλή πασά με σχέδια του συνταγματάρχη του γαλλικού στρατού Guillaume de Vaudoncourt και επίβλεψη του Ιταλού μηχανικού Monteleone. Με τη μάχη της Κορωνησίας το 1829, καταλήφθηκε από τον Ελληνικό Στρατό, ενώ το 1850 περιήλθε και πάλι στους Τούρκους μετά την ανταλλαγή της Εύβοιας με τον Αμβρακικό.
Η λέξη «κούλια», όπως καθιερώθηκε να ονομάζεται, προέρχεται από την τουρκική λέξη "kulla" (περσική "qulla") και σημαίνει κορυφή ή πύργος. Τέτοια έργα αποτελούν τμήματα αμυντικού δικτύου και βρίσκονται σε κομβικά σημεία που επιτρέπουν απρόσκοπτη εποπτεία της γύρω περιοχής.
Πιο συγκεκριμένα: ο αναφερόμενος στην έκθεση του ρωσικού υποπροξενείου Άρτης στα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας, ο στρατιωτικός σταθμός 52, ταυτίζεται με την γνωστή «Κούλια της Κορονησίας» στη νοτιοανατολική πλευρά του νησιού . Η περιγραφή του οχυρού από τον συντάκτη της έκθεσης είναι αρκετά κατατοπιστική. «…Υπ’ αρίθ. 52 σημειούμε την κατά το μέσον του Αμβρακικού κόλπου γνωστήν νήσον Κορωνησίαν κείμενον σταθμόν μεγάλον και στερεόν Bloc – House μετά κλιβάνου και αποθήκης. Ο σταθμός ούτος ούτε πυροβόλα έχει, ούτε άλλο μέρος δυνάμενον να υπερασπίση ή αυτό και τα ιχθυοτροφεία, αλλά βέβαια κατ’ ουδενός διότι ουδαμόθεν θα ήτο πρακτική η εισβολή, ως μη δυναμένων των εισβαλλόντων να σταθώσι που, εστήθη δε εκεί μόνον δια να δίδη τα εκ τινός βουνού Πρεβέζης Λασκάρας σημεία και να εποπτεύη τα εκ Βονίτζης πλοία, φρουρείται δε υπό 20 ανδρών του λόχου της Σαλαχώρας…»
Το σωζόμενο σήμερα οχυρό αποτελείται από ένα μοναδικό μνημειακό κτίσμα κυκλικής κάτοψης, από την οποία εξέχουν ανατολικά και δυτικά δύο ημικυκλικά διαμερίσματα. Έχει τα χαρακτηριστικά ενός Blockhouse Η διάμετρος του κυρίως κυκλικού κτίσματος είναι 9 μ. και το συνολικό ύψος ξεπερνά το 6 μ. Αποτελείται από δύο ορόφους, ένα ισόγειο σε ημιθαμένο στο έδαφος ύψους 2,20 μ. και έναν όροφο ύψους 2,75 μ. . Η είσοδος γίνεται απευθείας στον όροφο μέσω τοξωτής θύρας, στην οποία καταλήγει ξύλινη γέφυρα (καταπέλτης), μέσω λιθόστρωτης ανοδικής ράμπας σε απόσταση 2.00 μ. στην βόρεια όψη. Ομόκεντρα του κυκλικού χώρου στο εσωτερικό, διαμορφώνεται κυκλικός θολοσκέπαστος χώρος του οποίου το ύψος φτάνει στο δάπεδο του ορόφου. Το άνω μέρος του θολοσκέπαστου κυκλικού χώρου, αποτελεί την βάση στήριξης του ξύλινου δαπέδου του ορόφου και πιθανώς την έδραση ισχυρού κεντρικού ξύλινου πεσσού για την υποστύλωση κεντρικά της στέγης. Το ξύλινο δάπεδο του ορόφου αντιστηρίζεται περιφερειακά από την υπάρχουσα περιμετρική εξοχή, που προκύπτει από την διαφορά των 0,20 μ., του πάχους της τοιχοποιίας του ισογείου και του ορόφου. Στα πλευρικά προεξέχοντα διαμερίσματα, η πρόσβαση γίνεται μέσω τοξοτών ανοιγμάτων τόσο στο ισόγειο όσο ,και στον όροφο. Το ισόγειο τους (των προεξεχόντων διαμερισμάτων) διαμορφώνεται με καμαροσκέπαστη οροφή, ενώ στον όροφο φαίνεται ότι καλυπτόταν με ένα είδος στέγης σε συνέχεια της στέγης του κεντρικού χώρου. . Ο τρόπος διαμόρφωσης του ορόφου των διαμερισμάτων με την ειδική κατασκευή απορροής του δαπέδου του οδηγεί στο συμπέρασμα ότι χρησιμοποιούνταν ενδεχομένως ως χώροι υγιεινής, ή για οποιαδήποτε άλλη χρήση που επέβαλε την απορροή λυμάτων από το εσωτερικό. Ενισχυτικό στο παραπάνω είναι η ειδική κατασκευή που είναι εμφανής στο εξωτερικό με την μορφή καναλιού διαφυγής υδάτων (μπαρμπακάνα) στον άξονα του ημικυκλίου ανατολικά και δυτικά.
Κάστρο Κορωνησίας
https://discoverarta.gr/destinations/koulia-frourio-koronisias/
Στο ισόγειο υπάρχει υπόγεια δεξαμενή – στέρνα, της οποίας το προεξέχον κυκλικό στόμιο υπάρχει λίθινο δάπεδο το μόνο εναπομείναν στοιχείο μιας λιθόστροτης συνολικής κάτοψης. Οι δοκοθήκες των ακτινωτών ξύλινων δοκών του δαπέδου του ορόφου, διαγράφονται στην περιβάλλουσα εσωτερική όψη του κτίσματος και καταλήγουν στην οροφή του κεντρικού θολοσκέπαστου χώρου. Φαίνεται ότι το κτίσμα ήταν καλυμμένο με ξύλινη κυκλική στέγη που εδραζόταν στην περιμετρική τοιχοποιία και σε κεντρικό πιθανόν ξύλινο πεσσό. Η κλίση της στέγης ήταν χαμηλή και περιμετρικά έφερε πήλινο αύλακα συγκέντρωσης των όμβριών το οποία στην συνέχεια οδηγούνταν στο εξωτερικό καθώς και στην υπόγεια δεξαμενή, όπως τεκμαίρεται από ίχνη πυλοσωλήνα στα νότια. Η κλίση της στέγης δεν ήταν αυστηρά κωνοειδής αλλά ανάπτυγμα δίρριχτης με παραβολοειδή κορφιά κατεύθυνσης βόρεια και νότια. Η επικάλυψη του κτηρίου καθώς και ο τρόπος κάλυψης των προεξεχόντων διαμερισμάτων μας είναι άγνωστος. Σε κάθε περίπτωση η στέγη δεν ήταν εμφανής στο εξωτερικό εξαιτίας ενός περιμετρικού στηθαίου, χωρίς ιδιαίτερα φρουριακά χαρακτηριστικά, ύψους 1,16 μ. και πλάτους 0,40 μ. , διαστάσεις που του αφαιρούν οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα πέραν της προστασίας της στέγης.
Η επικοινωνία μεταξύ ορόφων φαίνεται ότι γινόταν με ξύλινη σκάλα, τοποθετημένη γύρω από τον κεντρικό κυκλικό χώρο. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το σύστημα της περιμετρικής ανάπτυξης των τυφεκιοθυρίδων που τεκμηριώνουν την αυτονομία του οχυρού σύμφωνα με τους ορισμούς του blockhouse. Τυφεκιοθυρίδες αναπτύσσονται και στους δύο ορόφους. Εκείνες του ισογείου ένδεκα τον αριθμό ανά ημικύκλιο βόρεια και νότια έχουν στενή εξωτερική σχισμή ελάχιστων εκατοστών (κάτω των 0,10. Μ.) τοποθετούνται ακτινικά σε απόσταση 1,10 μ. μεταξύ τους. Το ύψος από το διαμορφωμένο δάπεδο του ισογείου δεν ξεπερνά τα 0,75 μ. και φαίνεται ότι είναι προορισμένες για βολές γονυπετών. Οι τυφεκιοθυρίδες του ορόφου έχουν οριζόντια διατομή δύο συγκοινωνούντων τραπεζίων (συγκλίνουν στο κέντρο της διατομής, δημιουργώντας μεγαλύτερα εξωτερικά ανοίγματα), απέχουν άνω του ενός μ. από το δάπεδο, έχουν ύψος 0,75 μ. και καλύπτουν όλες τις κατευθύνσεις με την κατασκευή τυφεκιοθυρίδων και στα πλευρικά κυκλικά διαμερίσματα. Το σύστημα των θυρίδων του ορόφου ενισχύετε με την κατασκευή τριών παραθύρων εκ των οποίων τα δύο βρίσκονται στο νότιο ημικύκλιο και το ένα στην βόρεια. Όλα βρίσκονται πλησίον των πλευρικών κυκλικών διαμερισμάτων. Θυρίδες και παράθυρα έφεραν ξύλινα κουφώματα. Αξονικά απέναντι από την είσοδο του ορόφου διαμορφώνεται χώρος τζακιού με την καμινάδα να ενσωματώνεται στο σώμα της τοιχοποιίας. Αντίστοιχη κατασκευή υπάρχει και στο ισόγειο.
Η Κούλια της Κορωνησίας εποπτεύει τον Αμβρακικό κόλπο μαζί με το «δίδυμο» και πανομοιότυπο κάστρο της Λασκάρας, στο ομώνυμο ακρωτήριο από την πλευρά της Πρέβεζας. Μετά την αναστήλωσή του το κάστρο ανέκτησε το κυκλικό του σχήμα με δυο ισοϋψείς πύργους που προσαρμόζονται στην περίμετρο του σε αντιθετικές θέσεις. Έχει μία είσοδο υπερυψωμένη, σήμερα προσβάσιμη με ράμπα. Φιλοξενεί κατά καιρούς διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις και στο παρελθόν έχει λειτουργήσει ως δανειστική βιβλιοθήκη.
Απόσπασπα από επιτελικός χάρτης με τις θέσεις των οχυρών στην οροθετική γραμμή του 1830
Πηγή: https://nafplio.wordpress.com/2023/05/12/%CE%B7
…Ο των Αλυκών Κόπρενας αριθ. 28, στρατών στρογγύλος λιθόκτιστος, χωρητικότητος 20 ανδρών απέχων της ελληνικής χώρας, μίαν ώραν …
Δεν καταφέραμε να εντοπίσουμε το υπολείματα του οχυρού. Η εκτεταμένη περιοχή των αλυκών έχει υποστεί αλλοίωση λόγω προσχώσεων με ριζική αλλαγή του τοπίου. Αναφέρεται ερειπωμένο κυκλικό οχυρό στην περιοχή κοντά στην λιμνοθάλασσα Άγριλος, που αποτελεί τη βορειότερη κλειστή λιμνοθάλασσα του όρμου της Κόπραινας. Σε παλαιότερη χαρτογραφική απόδοση σημειώνεται επίσης ένδειξη οχυρού. Υποθέτουμε ότι μαζί με το οχυρό της Κορωνησίας και του οχυρού στο Σκαφιδάκι θα αποτελούν μία τριάδα όμοιων παράκτιων οχυρών.
«Στο κέντρο του οικισμού της Κορωνησίας, στο βορειοδυτικό άκρο της ομώνυμης νησίδας του Αμβρακικού, βρίσκεται το οικοδομικό συγκρότημα του ναού του Γενεσίου της Θεοτόκου. Το μικρό κτηριακό σύνολο είναι κτισμένο σε επίμηκες, ακανόνιστο γήπεδο με έκταση περίπου 1950 τ.μ., που ορίζεται περιμετρικά από δρόμους και βρίσκεται στην πλαγιά του χαμηλού λόφου, κοντά στο επίπεδο πλάτωμα της κορυφής του νησιού.
Tο συγκρότημα περιλαμβάνει το ναό της Παναγίας με την κατά μήκος της βόρειας πλευράς του στοά και το συνδεδεμένο με αυτό κωδωνοστάσιο, το προσαρτημένο κατά μήκος της νότιας πλευράς του ναού ερειπωμένο πρόσκτισμα (το ελαιοτριβείο και τα λείψανα της κούλιας, του κτηρίου, δηλαδή, των κελιών της Μονής, το παρακείμενο σε αυτά παλαιό δημοτικό σχολείο του χωριού και το παρεκκλήσιο του αγίου Ονουφρίου, που βρίσκεται σε μικρή απόσταση στα νοτιοανατολικά στα βόρεια του ναού, μεταξύ του χαγιατιού της εκκλησίας και του ανηφορικού δρόμου που αποτελεί τον κύριο οδικό άξονα του οικισμού, υπάρχει το κυρίως προαύλιο του ναού, που ορίζεται προς το δρόμο από χαμηλό μανδρότοιχο. Το κατώτερο μέρος του τοίχου είναι τμήμα του παλαιού κουλουριού του συγκροτήματος. επάνω σε αυτό, κατά τις εργασίες προφανώς του 1962, κατασκευάσθηκαν πεσσοί από οπτοπλινθοδομή και τοποθετήθηκε σιδερένιο κιγκλίδωμα, ενώ ταυτόχρονα διαμορφώθηκε και μια αυλόθυρα με ορθογώνιο άνοιγμα και αετωματική απόληξη. Οι νεώτερες αυτές κατασκευές καθαιρέθηκαν κατά τις πρόσφατες εργασίες. Στα δυτικά και στα νότια του ναού και των προσκτισμάτων του εκτείνεται ο ακανόνιστος σε κάτοψη χώρος του παλαιού κοιμητηρίου του χωριού. Ο χώρος από τα βόρεια και τα δυτικά ορίζεται από τμήμα του παλαιού κουλουριού του συγκροτήματος, το οποίο είναι κτισμένο από επιχρισμένη αργολιθοδομή και καταλήγει σε σαμάρι. Νεωτερικοί μανδρότοιχοι από δρομική τσιμεντοπλινθοδομή όριζαν, ως πρόσφατα που καθαιρέθηκαν για να ανακατασκευασθούν από λιθοδομή, μια προς νότον επέκταση του χώρου του κοιμητηρίου και μιαν ακόμη αυλή, η οποία βρίσκεται δυτικά του σχολείου και νότια του ελαιοτριβείου. το ανατολικό τμήμα του γηπέδου του οικοδομικού συγκροτήματος είναι ένας υπαίθριος χώρος, στο ανατολικό άκρο του οποίου υψώνεται ελεύθερο το παρεκκλήσιο του αγίου Ονουφρίου ανάμεσα σε δύο αιωνόβια ελαιόδενδρα. στο βόρειο τμήμα του χώρου, στα ανατολικά του ναού υπάρχει μια πλατεία, διαμορφωμένη στη δεκαετία του 1970 ως χοροστάσι με κατασκευές από σκυρόδεμα. ο χώρος της ορίζεται από τα βόρεια με ανάλημμα από αργολιθοδομή, στο μέσον του μήκους του οποίου, απέναντι από το σκιασμένο από κυπαρίσσια και πλατάνια παλαιό πηγάδι του χωριού, υπάρχει μια φαρδιά λίθινη κλίμακα. ο υπόλοιπος χώρος, η περιοχή, δηλαδή, μεταξύ του σχολείου και του παρεκκλησίου του αγίου Ονουφρίου καθώς και γύρω από το τελευταίο αυτό κτήριο, παραμένει αδιαμόρφωτος με το φυσικό του έδαφος αδιατάραχτο».
Σχέδια χρονολόγησης οικοδομικών φάσεων. πηγή: Μαμαλούκος Σ. Παναγία Κορωνησίας (επιμ. Β. Παπαδοπουλου) Άρτα 2016
Η ύπαρξη του μοναστηρίου της Κορωνησίας μαρτυρείται για πρώτη φορά σε δύο σημειώματα του 1193, που αναγράφονται σε χειρόγραφο περγαμηνό Ευαγγέλιο της Μονής Μεγάλου Σπηλαίου . Η Μονή ήταν αρχικά τόπος λατρείας και προσευχής για την τοπική κοινότητα και υπέστη προσθήκες και ανακαινίσεις κατά τη βυζαντινή περίοδο, ιδίως από τον 1ο έως τον 13ο αιώνα . Το 1670 η Μονή της Κορωνησίας ανακαινίσθηκε ριζικά από τον ιερομόναχο Ευγένιο, ο οποίος έκτισε νέα κελιά και συγκέντρωσε αρκετούς μοναχούς.
Στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, η Μονή διατήρησε τον θρησκευτικό της ρόλο, και συχνά φιλοξενούσε μοναχούς και προσκυνητές. Αργότερα, μετά την Επανάσταση του 1821 και την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους, η Μονή παρέμεινε ως εκκλησιαστικό μνημείο, ενώ τα τελευταία χρόνια αποτελεί αξιοθέατο για επισκέπτες και προσκυνητές.
Οι απαραίτητες εργασίες ανάδειξης και συντήρησης του ναού ολοκληρώθηκαν τον Οκτώβριο του 2015, οι οποίες υλοποιήθηκαν από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Άρτας, στο πλαίσιο του έργου «Αποκατάσταση Ιερού Ναού Γενεσίου Θεοτόκου Κορωνησίας», ενταγμένου στο επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Θεσσαλία - Σ. Ελλάδα - Ήπειρος 2007 - 2013». H υλοποίησή του, έγινε με τη συγχρηματοδότηση της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς (ΕΣΠΑ).
Η σημερινή μορφή του ναού είναι αποτέλεσμα πολλών επεμβάσεων. Η εκκλησία αποτελείται από τρία ενοποιημένα μεταξύ τους μέρη· τον κύριο ναό, ένα νάρθηκα και έναν εξωνάρθηκα . Ο κύριος ναός, στη σημερινή του μορφή, ανήκει στο σπάνιο τύπο των ημι-εγγεγραμμένων σταυροειδών με τρούλο, οι οποίοι παρουσιάζουν στο ανατολικό τους τμήμα την κάτοψη ελεύθερου σταυρού, ενώ στο δυτικό την κάτοψη δικιονίου σταυροειδούς εγγεγραμμένου. Κατά τη διάρκεια των πρόσφατων εργασιών αποκατάστασης του ναού, διαπιστώθηκε ότι οι όψεις των εξωτερικών τοίχων του κύριου ναού και του νάρθηκα, ήταν εξ ολοκλήρου σχεδόν διαμορφωμένες κατά το πλινθοπερίκλειστο σύστημα δομής, σε μια αμελή εκδοχή του . Οι τοίχοι είναι κτισμένοι εξωτερικά με αργούς ή αμελέστατα λαξευμένους τοπικούς ασβεστόλιθους και σπανιότερα πωρόλιθους, μεταξύ των οποίων παρεμβάλλονται, κατά τρόπο άτεχνο στους οριζόντιους αρμούς, μονές και πολύ σπάνια διπλές σειρές πλίνθων, και στους κατακόρυφους αρμούς μονές πλίνθοι πάχους από 1,5εκ. ως 3,5εκ. ή τεμάχια κεραμιδιών.
Στα βόρεια του ναού βρίσκεται το κωδωνοστάσιό του, το οποίο συνδέεται με τη βόρεια όψη του ναού με τοίχο, ο οποίος αποτελεί το ανατολικό πέρας της διατεταγμένης κατά μήκος της όψης στοάς. Το κτίσμα ανήκει στον συνηθέστατο στα Επτάνησα και την Ήπειρο τύπο του διάτρητου τοιχώματος. Τα μορφολογικά του στοιχεία είναι χαρακτηριστικά του εξαιρετικά διαδεδομένου στις παράλιες περιοχές της ηπείρου, λαϊκού επτανησιακού μπαρόκ.
Ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας του μοναστηριού της Παναγίας είναι ο βίος του Αγίου Ονουφρίου. Ήταν μοναχός γνωστός για τη θεοσεβή και ταπεινή ζωή του, ασκήτεψε στο μοναστήρι της Παναγίας στην Κορωνησία, όπου υπέστη περιφρόνηση από τους συμμοναχούς του μέχρι που τα θαύματά του τους έκαναν να τον αναγνωρίσουν ως άγιο. Το πρώτο θαύμα συνέβη όταν, για να επιστρέψει από το νησί Βουβάλα, χρησιμοποίησε το ράσο του σαν βάρκα, ενώ το δεύτερο αφορούσε την αιφνίδια εμφάνιση γενειάδας μέχρι το έδαφος.
Το παρεκκλήσιο του Αγίου Ονουφρίου, μια μικρή θολωτή βασιλική με βυζαντινά στοιχεία, τιμά τη μνήμη του. Εσωτερικά, οι τοιχογραφίες φέρουν την τυπική διάταξη της τουρκοκρατίας και, παρά τις φθορές, διατηρούν την αρχική πνευματική τους ατμόσφαιρα. Το παρεκκλήσι, πιθανόν βυζαντινό, προϋπήρχε της παρουσίας του Οσίου και συνδέθηκε άρρηκτα με τον κεντρικό ναό της Παναγίας.
Η παράδοση αναφέρει ότι ο Άγιος Ονούφριος έσκαψε πηγάδι, που χρησιμοποιείται έως σήμερα, και θεωρείται ο μοναδικός προστάτης της Κορωνησίας, με τη μνήμη του να εορτάζεται στις 12 Ιουνίου.
Η περιοχή μελέτης αποτελεί ένα τοπίο του οποίου η μορφή έχει καθοριστεί από την δράση του νερού. Η δύναμη των κυμάτων και οι προσχώσεις των ποταμών δημιουργούν ένα δίπολο δυνάμεων που συναντιέται γύρω από το νησιωτικό σύμπλεγμα της Κορωνησίας και της Σαλαώρας. Σύμφωνα με τις αεροφωτογραφίες της περιοχής (1945-1960), η ακτογραμμή μεταξύ της λιμνοθάλασσας και του Αμβρακικού κόλπου φαίνεται να έχει μεταβληθεί έντονα τα τελευταία 60 χρόνια. Επιπλέον η ανθρώπινη παρουσία έχει παίξει εξίσου σημαντικό ρόλο.
Η βασικότερη μεταβολή του τόπου πραγματοποιήθηκε με την κατασκευή του νέου δρόμου, που συνέδεσε την Κορωνησία με τη Σαλαώρα και έτσι με την ενδοχώρα η οποία έλαβε χώρα από τα τέλη της δεκαετίας του ’50 μέχρι τις αρχές του ’70. Η κατασκευή συμπεριλαμβάνει βράχους-κυματοθραύστες και οδόστρωμα διπλής κυκλοφορίας που αποκρυστάλλωσε την άλλοτε μεταβαλλόμενη ακτογραμμή, ορίζοντας το σχήμα της λουρονησίδας και τις πτυχώσεις της. Οι κάτοικοι δημιουργούσαν πανω στις λουρονησίδες «ένα στέρεο πλέγμα με φυσικά υλικά που παρείχε άφθονα και δωρεάν η γύρω περιοχή: καλάμια, ξύλα, σχοίνα και βούρλα, ψαθιά και ό, τι άλλο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως συνδετικό υλικό» . Παράλληλα, τα διβάρια φαίνεται να αλλάζουν θέσεις, ορίζοντας νέες θέσεις εισόδου του νερού στην λιμνοθάλασσα. Τα ίχνη των παλιότερων διβαριών είναι ορατά μέσα στο νερό.
Η υπέρθεση του αεροφωτοχάρτη στην σημερινή κατάσταση αποκαλύπτει και την κατασκευή των ζωνών διαχείμασης που κατασκευάστηκαν παράλληλα στην λουρονησίδα με σκοπό να παρέχουν ένα βαθύτερο πυθμένα με θερμότερο νερό για την επιβίωση τους της άγριας πανίδας.
Ο ιστορικός οικισμός της Κορωνησίας αναπτύχθηκε γύρω από το μοναστήρι, το καθολικό του οποίου είναι ο Ιερός Ναός της Παναγίας της Κορωνησίας. Η θέση του στο υψηλότερο σημείο του νησιού προσφέρει εποπτεία των γύρω υδάτινων εκτάσεων. Ο άξονας που συνδέει το μοναστήρι με το λιμάνι, τους δύο πιο σημαντικούς πόλους του οικισμού, φαίνεται να έχει σημαντικό ρόλο ενώ μαρτυρούνται ιστορικές εμπορικές δραστηριότητες κατά μήκος του. Ένα δίκτυο καμπυλόσχημων δρόμων εξακτινώνεται από το μοναστήρι προς όλες τις κατευθύνσεις, καθορίζοντας την ανάπτυξη του οικισμού προς τις παρυφές του λόφου.
Σύμφωνα με την απογραφή του 1885, όπως παρουσιάστηκε και νωρίτερα, ο οικισμός διέθετε 10 σπίτια. Επιπλέον η αεροφωτογραφία των μέσων του 20ου αιώνα εμφανίζει την πύκνωση του οικισμού που ακολούθησε την προσάρτηση της στην Ελλάδα. Στον χάρτη παρουσιάζονται οι λιθόκτιστες κατασκευές και τα πηγάδια. Η πύκνωση των λιθόκτιστων κατασκευών, η ύπαρξη πηγαδιών αλλά και μαρτυρίες των ηλικιωμένων μας δίνει ενδείξεις για τις περιοχές επέκτασης του οικισμού γύρω από το μοναστήρι. Έτσι, μπορούμε να εξάγουμε ασφαλέστερα συμπεράσματα, αν και όχι με απόλυτη ακρίβεια.
Επεξεργασμένος Αεροφωτοχάρτη (1945-1960) με σημείωση του καθολικού της μονής και της έκτασης του οικισμού.
Πηγή: Ομάδα μελέτης 2024
Στο νότιο τμήμα του νησιού, μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα όπως φαίνεται στις παρακάτω εικόνες, κυριαρχούσε η βλάστηση, με έναν ιστορικό ελαιώνα που φημολογείται πως είναι προϊόν ανθρώπινης παρέμβασης από την εποχή της Ενετοκρατίας - πιθανόν τον 18ο αιώνα. Αυτός μπορούσε να εξασφαλίσει το απαραίτητο λάδι στους απομονωμένους -τότε- νησιώτες του συμπλέγματος.
Παράθεση Αεροφωτοχάρτη (1945-1960) με πρόσφατο ορθοφωτοχάρτη.
Παρατηρούμε την μετατόπιση των διβαριών.
Πηγή: Κτηματολόγιο (maps.gov.gr)
Εκτός του οικισμού, τα τρία νησιά του συμπλέγματος της Κορωνησίας φαίνεται να έχουν παρόμοια εικόνα ως προς τη βλάστησή τους. Μέσα στον ελαιώνα δεσπόζει η Κούλια, η οποία βρίσκεται σε μια μικρότερη κορυφή του νησιού και προσφέρει θέα προς το νότο. Ένα ιστορικό μονοπάτι, το οποίο πιθανότατα ακολουθεί τον άξονα της ράμπας ανόδου, οδηγεί σε αυτήν.
Απόσπασμα Αεροφωτοχάρτη (1945-1960). Διακρίνονται με δυσκολία τα όρια του οικισμού.
Παρατηρείται η πύκνωση της βλάστησης στο σημείο του Ελαιώνα και οι δυο προβλήτες.
Πηγή: Κτηματολόγιο (maps.gov.gr)
Διάγραμμα Ιστορικής εξέλιξης οικισμού. Σημειώνονται τα ιστορικά μνημεία, οι θέσεις των πηγαδιών και οι βασικές οδοί, τα πιθανά μονοπάτια και η ακτογραμμή του 1950. Σε αυτά γίνεται η υπέρθεση με λευκό χρώμα των υφιστάμενων κτισμάτων για λόγους σύγκρισης. Επιπλέον με σκούρο χρώμα εντοπίζονται οι λιθόκτιστες κατασκευές.
Στον αεροφωτοχάρτη αποτυπώνεται η κατάσταση του ελεύθερου χώρου νοτίως της Μαρίνας στα μέσα του 20ού αιώνα. Η περιοχή ήταν ημιβαλτώδης και λειτουργούσε ως φυσική προέκταση της λιμνοθάλασσας Σακουλέτσι . Μέσω ανθρώπινης παρέμβασης, αυτή η έκταση μετατράπηκε στη μεγαλύτερη ελεύθερη και επίπεδη επιφάνεια του νησιού, διατηρώντας μέχρι σήμερα τη χαρακτηριστική της διαφοροποίηση σε σχέση με το υπόλοιπο τοπίο του νησιού. Στην εικόνα 4 παρατηρούμε πως αυτή όλη η έκταση παραμένει υπο το ΚΑΕΚ της λιμνοθάλασσας Σακουλέτσι και ορίζεται ακόμα με μοναδική χρήση ιχθυοκαλλιέργεια παρόλες τις κατασκευές και τις χρήσης που έχει παραλάβει σήμερα. Ακόμα, παρατηρούμε την υφιστάμενη ρυμοτομία ως υπέρθεση στον αεροφωτοχάρτη του 1945-1960. Οι κίτρινες γραμμές αποτελούν τα οικόπεδα και τα αγροτεμάχια(ΚΑΕΚ) όπως παρουσιάζονται στους ψηφιακούς χάρτες του Κτηματολογίου. Παρατηρούμε πως ο μεγάλος δημόσιος χώρος που αφέθηκε αδόμητος και αποδόθηκε σε αθλητικές δραστηριότητες ήταν ήδη ξέφωτο με λιγοστή βλάστηση γεγονός που εξηγεί την πρόθεση του πολεοδόμου να διατηρήσει αυτό το «αστικό κενό».
Στη θέση του ιστορικού λιμανιού της Σαλαώρας, οι αεροφωτογραφίες τεκμηριώνουν τη θέση του σε έναν φυσικό αναβαθμό με ηπιότερη κλίση. Ο δρόμος τελειώνει στο σημείο αυτό εκείνης της περιόδου. Σημαντική διαφοροποίηση παρατηρείται στη λουρονησίδα που ενώνει το νησί του Απεθαμένου με το Πέρα Νησί. Αυτή η λουρονησίδα φημολογείται ότι είναι ανθρωπογενής, αν και η ακριβής χρονική στιγμή της δημιουργίας της παραμένει ασαφής.
Στο τμήμα που συνδέει την Κορωνησία με το νησί του Απεθαμένου, η αεροφωτογραφία δείχνει μια λεπτή ζώνη μέσα στο νερό που μοιάζει με πλωτή κατασκευή, την οποία οι ντόπιοι χρησιμοποιούσαν για τη διέλευση. Συγκρίνοντας με τη σημερινή κατάσταση, εντοπίζουμε την κατασκευή του διβαριού και των αναχωμάτων ακριβώς δίπλα. Μια ακόμα μεγάλη μεταμόρφωση του τόπου προέκυψε από την κατασκευή της νέας μαρίνας. Οι προβλήτες που άλλοτε αποτελούσαν προέκταση των δρόμων του οικισμού έδωσαν την θέση τους σε ένα πολύ μεγαλύτερο έργο που μέσα στα τελευταία τριάντα χρόνια αναπτύχθηκε 3 φορές. Το μέγεθός της ανέτρεψε την ροή των κυμάτων προκαλώντας εναποθέσεις άμμου και αλλάζοντας την ακτογραμμή σε μεγάλη έκταση γύρω του.
Μια συχνή μεταβολή στους οικισμούς με την επέκτασή τους είναι η μεταφορά του νεκροταφείου σε νέες θέσεις. Στην φωτογραφία της Δεκαετίας του 80 που δημοσιεύτηκε στην μελέτη του Μαμαλούκου και Παπαδόπουλου τεκμηριώνεται η θέση του νεκροταφείου στα ανατολικά του ναού . Η θέση αυτή δεν είναι συνήθης καθώς στην χριστιανική παράδοση οι τάφοι τοποθετούνται πιο συχνά πίσω από τον δυτικό τοίχο της εκκλησίας. Η νέα θέση του νεκροταφείου στο νησί του Αποθαμένου επέτρεψε την απελευθέρωση του ανοιχτού χώρου γύρω από το σωζόμενο βυζαντινό μνημειακό συγκρότημα.
Χάρτης ιστορικής εξέλιξης. Σύγκριση της ακτογραμμής του 1950 με τον σημερινό ορθοφωτοχάρτη.
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.
Διάγραμμα ιστορικής εξέλιξης. Σύγκριση της ακτογραμμής του 1950 με τον σημερινό ορθοφωτοχάρτη
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.
Αεροφωτογραφία (πιθανόν την δεκαετία του 1970). Πηγή: Ψηφιοποίηση της ομάδας μελέτης φωτογραφίας από το Καφέ Κύμα στην Κορωνησία
Η αεροφωτογραφία, που βρίσκεται στους τοίχους του καφέ Κύμα, αποκαλύπτει επιπλέον στοιχεία. Η παρουσία του δρόμου που συνδέει με την Άρτα, σε συνδυασμό με τη σύγκριση με τον αεροφωτοχάρτη του Κτηματολογίου, υποδεικνύει ότι πρόκειται για εικόνα μεταγενέστερη του αεροφωτοχάρτη, πιθανόν μετά το 1970. Από αυτήν παρατηρούμε:
Η ανθρώπινη παρέμβαση έχει παίξει καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση του τοπίου της Κορωνησίας και της Σαλαώρας, το οποίο για χιλιετίες είχε άλλη μορφή. Η έρευνα στις αεροφωτογραφίες και στα ιστορικά δεδομένα οδηγεί στην αναγνώριση σημαντικών μεταβολών που έχουν συμβεί στην περιοχή, κυρίως λόγω της ανάπτυξης υποδομών και της ανθρώπινης δράσης. Αυτές οι πληροφορίες είναι καθοριστικές για την αξιολόγηση της υφιστάμενης κατάστασης του δημόσιου χώρου. Παράλληλα, μας βοηθούν να επιλέξουμε βιώσιμες λύσεις που σέβονται και αναδεικνύουν τον αυθεντικό χαρακτήρα του τόπου, συνδυάζοντας την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος με τις ανάγκες της σύγχρονης λειτουργίας.
Απόσπασμα από αεροφωτογραφία (πιθανόν την δεκαετία του 1970).
Πηγή: Ψηφιοποίηση της ομάδας μελέτης φωτογραφίας από το Καφέ Κύμα στην Κορωνησία.