αναγνωριση περιοχης μελετης


ΑΝΘΡΩΠΟΓΕΝΕΣ / ΔΟΜΗΜΕΝΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Η ανάλυση του ανθρωπογενούς και δομημένου περιβάλλοντος του συμπλέγματος Κορωνησίας βασίστηκε σε μια σειρά επιτόπιων παρατηρήσεων και καταγραφών, οι οποίες συνδυάστηκαν με την υπάρχουσα βιβλιογραφία και δεδομένα από υφιστάμενες μελέτες. Η επιτόπια έρευνα περιλάμβανε τόσο τη φωτογραφική τεκμηρίωση όσο και τη χαρτογράφηση των βασικών στοιχείων του οικιστικού και φυσικού περιβάλλοντος. Χρησιμοποιήθηκαν τοπογραφικά υπόβαθρα, όπως ορθοφωτοχάρτες και γραμμικά σχέδια, για την ακριβή καταγραφή κτισμάτων, διαδρομών, μονοπατιών και άλλων στοιχείων που συνθέτουν το ανθρωπογενές και το φυσικό περιβάλλον του συμπλέγματος.

Ιδιαίτερη έμφαση κατά την ανάλυση του ανθρωπογενούς και δομημένου περιβάλλοντος δόθηκε στην ακριβή χαρτογράφηση και καταγραφή των δρόμων, των κτισμάτων, των δημόσιων χώρων και των βασικών χαρακτηριστικών του λιμανιού, το οποίο αποτελεί κεντρικό σημείο για την οικονομική και κοινωνική ζωή της Κορωνησίας. Στο πλαίσιο αυτό, συντάχθηκαν καρτέλες καταγραφής για επιλεγμένα κτίσματα, που περιλαμβάνουν τυπολογικά, μορφολογικά και κατασκευαστικά χαρακτηριστικά, με στόχο την παροχή ολοκληρωμένης εικόνας για την αρχιτεκτονική φυσιογνωμία του οικισμού. Επιπλέον, ενσωματώθηκαν ιστορικά στοιχεία για την εξέλιξή του, όπως αυτά προέκυψαν από το συνδυασμό της βιβλιογραφικής διερεύνησης και τις μαρτυρίες των κατοίκων.

Αεροφωτογραφία του νησιωτικού συμπλέγματος της Κορωνησίας.
Σε πρώτο πλάνο διακρίνεται το νέο λιμάνι, και στο βάθος η σύνδεση με το Πέρα Νησί
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Κατά τη διαδικασία της επιτόπιας μελέτης, αντιμετωπίστηκαν ορισμένες δυσκολίες λόγω της τοπογραφίας της περιοχής και του μερικώς απομονωμένου χαρακτήρα της Κορωνησίας, ειδικά σε σημεία που προσπελάζονται μόνο μέσω θαλασσίων οδών ή δυσπρόσιτων μονοπατιών. Επιπλέον, η ύπαρξη πυκνής βλάστησης ή άλλων φυσικών εμποδίων περιόρισε την πρόσβαση σε ορισμένα σημεία της περιοχής μελέτης, καθιστώντας αναγκαία τη χρήση ειδικού εξοπλισμού για την καταγραφή από απόσταση (βλ. Φιδόκαστρο).

Την επιτόπια συλλογή των στοιχείων (με μορφή φωτογραφιών, βίντεο, σχεδίων, σκίτσων και κειμένων), συμπλήρωσε η εκ των υστέρων επεξεργασία των δεδομένων για την παραγωγή των συνοδευτικών / επεξηγηματικών χαρτών και καρτελών, με στόχο αρχικά την εξαγωγή σχετικών συμπερασμάτων, την ολοκληρωμένη απόδοση της εικόνας του συμπλέγματος Κορωνησίας και τέλος τη δημιουργία ενός σταθερού υπόβαθρου για μελλοντικές έρευνες και μελέτες στην περιοχή.

Αεροφωτογραφία της Κορωνησίας, σε πρώτο πλάνο ο χώρος εισόδου στον οικισμό.
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


ΣΥΜΠΛΕΓΜΑ ΚΟΡΩΝΗΣΙΑΣ

Ο ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΟΡΩΝΗΣΙΑΣ

Γεωγραφική Θέση - Επικοινωνία – Προσβάσεις

Ο οικισμός της Κορωνησίας, όπως έχει ήδη αναφερθεί (βλέπε Τα χαρακτηριστικά του τοπιού και του φυσικού περιβάλλοντος) βρίσκεται στο κεντρικότερο τμήμα του Αμβρακικού κόλπου, στο ένα από τα τρία νησιά του ομωνύμου συμπλέγματος, περιβάλλεται από το υδάτινο στοιχείο, και είναι σε άμεση γειτνίαση με τις λιμνοθάλασσες Λογαρού και Τσουκαλιό, δυο από τους σημαντικότερους οικολογικούς υδροβιότοπους της περιοχής. Η θέση της, εντός του προστατευμένου φυσικού περιβάλλοντος του Αμβρακικού κόλπου, όπου οι φυσικοί πόροι διατηρούνται αναλλοίωτοι, καθιστά την Κορωνησία έναν μοναδικό οικισμό που συνδυάζει τον παραδοσιακό τρόπο ζωής με τη βιοποικιλότητα της περιοχής.

Η σύνδεσή της με την ηπειρωτική ενδοχώρα γίνεται μέσω στενής λουρονησίδας μήκους πέντε χιλιομέτρων, η οποία προσφέρει εύκολη πρόσβαση και ταυτόχρονα διατηρεί τον ημι-απομονωμένο χαρακτήρα του οικισμού. Η λουρονησίδα αποτελεί σημείο αναφοράς στην πορεία προς τον οικισμό, καθώς έχει δημιουργηθεί μέσα από φυσικά και τεχνητά κανάλια, καθιστώντας τη διαδρομή προς την Κορωνησία ένα ταξίδι ανάμεσα από οικολογικούς υγροτόπους και θαλάσσιους βιότοπους, με εξαιρετική αισθητική και περιβαλλοντική αξία.

Το τοπίο, συγκροτεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, ένα φυσικό «τείχος» γύρω από την Κορωνησία, προστατεύοντάς την από τις αρνητικές επιπτώσεις της ανάπτυξης, διατηρώντας παράλληλα μια γαλήνια ατμόσφαιρα, που συνδέεται άμεσα με τη συνύπαρξή της με το υδάτινο στοιχείο.

Αεροφωτογραφία της Κορωνησίας, που προβάλει τη σχέση της με το υδάτινο στοιχείο
Πηγή: https://artarunningfestival.gr/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CF%89%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B9%CE%B1/


Το ανάγλυφο στην ευρύτερη περιοχή είναι χαμηλό, με μικρούς λόφους που προσφέρουν εξαιρετική οπτική επαφή και φυγές προς τις γύρω υδάτινες επιφάνειες, και στο βάθος με την ακτογραμμή της ηπειρωτικής ενδοχώρας. Οι βραχώδεις ακτές του νησιού, σε συνδυασμό με τη χαμηλή βλάστηση και την ποικιλία των οικοσυστημάτων του Αμβρακικού κόλπου, ενισχύουν την εντύπωση ενός τοπίου που ανήκει σε μια αδιατάρακτη φυσική αλυσίδα, η οποία έχει παραμείνει σχεδόν αναλλοίωτη από την ανθρώπινη παρέμβαση. Η θέα του κόλπου και των γειτονικών νησιών από την Κορωνησία είναι απρόσκοπτη και ενισχύεται από την παρουσία σπάνιων ειδών πτηνών, που βρίσκουν καταφύγιο στον Αμβρακικό κόλπο, μετατρέποντας τον οικισμό σε δημοφιλή προορισμό για την παρατήρηση πουλιών και για τον οικοτουρισμό.

Συνοψίζοντας, η γεωγραφική θέση της Κορωνησίας όχι μόνο καθορίζει την ταυτότητα του οικισμού, αλλά συμβάλλει καθοριστικά και στην οικονομική και κοινωνική του δραστηριότητα, καθώς προσφέρει άμεση πρόσβαση στους πλούσιους ιχθυότοπους του κόλπου. Ο Αμβρακικός, πλούσιος σε ιχθυοαποθέματα, ενισχύει την αλιευτική δραστηριότητα στην περιοχή, η οποία παραμένει συνδυαστικά και με τον τουρισμό, βασική πηγή εισοδήματος για τους κατοίκους της Κορωνησίας.

Αεροφωτογραφία της λουρονησίδας που συνδέει τον οικισμό με το νησί της Σαλαώρας και έτσι με την ηπειρωτική ενδοχώρα
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.



Οπτικές της ευρύτερης περιοχής του συμπλέγματος της Κορωνησίας
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Η γενική εικόνα του οικισμού

Η Κορωνησία αποτελεί έναν από τους πιο ιδιαίτερους οικισμούς της Ηπείρου, τόσο για τη γεωγραφική της θέση, όσο και για τη μοναδική της σύνδεση με το υγρό στοιχείο, καθώς είναι πλήρως ενταγμένη στο φυσικό περιβάλλον του Αμβρακικού κόλπου. Ο οικισμός είναι χτισμένος στο ένα από τα τρία νησιά του συμπλέγματος, που περιλαμβάνει (σε κυκλική διάταξη) τα νησιά της Κορωνησίας, του Απεθαμένου και το Πέρα Νησί, και ουσιαστικά καθορίζεται από τη σχέση του με το υδάτινο στοιχειό, καθώς περιβάλλεται (σε 360°) από τις λιμνοθάλασσες Λογαρού, Σακουλέτσι και τον Αμβρακικό κόλπο, ενώ βρίσκεται σε άμεση γειτνίαση και με τη λιμνοθάλασσα Τσουκαλιό.

Η Κορωνησία κατορθώνει να διατηρεί έτσι το νησιωτικό της χαρακτήρα, παρότι έχει κατασκευαστεί (και λειτουργεί τον τελευταίο μισό αιώνα) χερσαία σύνδεση, μέσω λουρονησίδας μήκους περίπου πέντε χιλιομέτρων, που συνδέει τον οικισμό με το νησί της Σαλαώρας και έτσι με την ηπειρωτική ενδοχώρα. Αυτή η ιδιαιτερότητα της γεωγραφικής τοποθεσίας του οικισμού καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τον χαρακτήρα της Κορωνησίας, η οποία συνδυάζει χαρακτηριστικά παραδοσιακού ψαροχωριού, με στοιχεία ενός μοναδικού φυσικού τοπίου υψηλής οικολογικής αξίας. Το φυσικό τοπίο ενισχύεται από την παρουσία των υδροβιοτόπων και της πλούσιας βλάστησης που περιβάλλει την περιοχή μελέτης, ενώ η ποικιλία της χλωρίδας και της πανίδας δίνει στην Κορωνησία χαρακτηριστικά «οικολογικού παραδείσου». Η διατήρηση της οικολογικής ισορροπίας αποτελεί βασικό μέλημα της τοπικής κοινωνίας και των αρχών, καθώς ο οικισμός προστατεύεται στο πλαίσιο του Εθνικού Πάρκου του Αμβρακικού .

Η δόμηση στον οικισμό είναι χαμηλή, σχετικά αραιή, καθώς παρατηρούνται εσωτερικές αυλές και μεγάλοι κήποι, ενώ φαίνεται να ακολουθεί τη γεωμορφολογία του εδάφους. Μεγαλύτερη πυκνότητα παρατηρείται στο τμήμα του ιστορικού πυρήνα του οικισμού, που αναπτύχθηκε γύρω από το μοναστήρι και το ναό της Παναγίας της Κορωνησίας, από όπου δίκτυο καμπυλόσχημων δρόμων διακλαδώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις, διαμορφώνοντας έτσι τις κινήσεις εντός του οικισμού. Στο τμήμα αυτό συγκεντρώνονται και τα παλαιότερα κτίσματα, με τα περισσότερα να είναι κυρίως λίθινα, η δομή και λειτουργία των οποίων συμπληρώνεται συχνά και με νεότερες προσθήκες. Η χρήση των τοπικών υλικών, όπως η πέτρα και το ξύλο, στην κατασκευή των κατοικιών και των δημόσιων κτισμάτων, ενισχύει την αισθητική συνοχή του οικισμού με το φυσικό τοπίο, καθώς και την εικόνα του, ως αναπόσπαστο κομμάτι του περιβάλλοντος του Αμβρακικού κόλπου. Ωστόσο, νεότερες κατασκευές από οπλισμένο σκυρόδεμα έχουν προστεθεί τις τελευταίες δεκαετίες κατά την ανάπτυξη και επέκταση του οικισμού, κυρίως προς το νότιο τμήμα, εντός του ιστορικού ενετικού ελαιώνα.

Οι κεντρικές λειτουργίες συγκεντρώνονται γύρω από το λιμάνι, που λειτουργεί ως σημείο σύνδεσης και αναφοράς για τους κατοίκους και τους επισκέπτες. Η θάλασσα άλλωστε διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων της Κορωνησίας, καθώς οι περισσότερες οικονομικές δραστηριότητες είναι συνυφασμένες είτε με την αλιεία, είτε με τον τουρισμό. Στο χώρο αυτό βρίσκονται οι παραδοσιακές ψαροταβέρνες της Κορωνησίας και οι λιγοστές εγκαταστάσεις φιλοξενίας.

Αεροφωτογραφία της Κορωνησίας και του νέου λιμανιού της
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Συνολικά, η φυσιογνωμία του οικισμού διατηρείται αυθεντική στον κεντρικό πυρήνα του, καθώς η τουριστική ανάπτυξη παραμένει περιορισμένη και εστιασμένη σε μικρές κλίμακες, με έμφαση στον οικοτουρισμό και στην παρατήρηση της φύσης. Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει ορισμένες επενδύσεις σε υποδομές φιλοξενίας, ωστόσο αυτές παραμένουν σε ελεγχόμενα επίπεδα χωρίς να αλλοιώσουν την παραδοσιακή εικόνα και την κλίμακα του οικισμού. Η αρμονία του δομημένου περιβάλλοντος με το φυσικό τοπίο καθιστά την Κορωνησία έναν από τους πιο ιδιαίτερους προορισμούς για όσους επιθυμούν να γνωρίσουν την τοπική, πολιτιστική και φυσική κληρονομιά της Ηπείρου.

Εξέλιξη οικισμού

Όπως έχει ήδη αναφερθεί (βλέπε κεφ 6,Η ιστορική σημασία του τόπου), η οικιστική δραστηριότητα που αναπτύχθηκε στην Κορωνησία, συνδέεται στενά με τους φυσικούς πόρους που προσέφεραν (και συνεχίζουν να προσφέρουν) οι λιμνοθάλασσες Λογαρού και Τσουκαλιό, και αποτέλεσαν έτσι, ελκυστικό σημείο εγκατάστασης για κοινότητες, που ασχολούνταν κυρίως με την αλιεία. Η γεωγραφική θέση της Κορωνησίας επέτρεψε τη δημιουργία δικτύων εμπορίου και αλιευτικών δραστηριοτήτων, ενώ η αφθονία ψαριών του κόλπου κατέστησε την Κορωνησία σημαντικό αλιευτικό κέντρο για την ευρύτερη περιοχή, όπως μαρτυρούν αναφορές ήδη από τον 12ο αιώνα , αλλά και μεταγενέστερα.

Κομβικό γεγονός για την ανάπτυξη του οικισμού της Κορωνησίας, αποτέλεσε η ίδρυση μοναστηρίου στην περιοχή, που εγκαταστάθηκε στον κεντρικό λόφο, στο ψηλότερο δηλαδή σημείο του νησιού, το οποίο προσέφερε εποπτεία των γύρω υδάτινων εκτάσεων. Το καθολικό του είναι ο Ιερός Ναός της Παναγίας της Κορωνησίας, ο οποίος σώζεται έως και σήμερα. Η ύπαρξη του ναού της Παναγίας αναδεικνύει τη θρησκευτική σημασία της περιοχής κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο, όταν η Κορωνησία αποτελούσε θρησκευτικό και πνευματικό κέντρο, όπως μαρτυρείται άλλωστε και από τις γραπτές πηγές που τεκμηριώνουν τόσο τη σπουδαιότητα της, όσο και τις δραστηριότητες της κοινότητας που αναπτύχθηκε εκεί. Επιπλέον, οι αρχιτεκτονικές και καλλιτεχνικές λεπτομέρειες του ναού, όπως οι τοιχογραφίες και η δομή του, μαρτυρούν τις υψηλές τεχνικές ικανότητες των ανθρώπων που ασχολήθηκαν με την κατασκευή του και τη σημασία που είχε ο οικισμός στην περιοχή του Αμβρακικού.

Η στρατηγική θέση της Κορωνησίας προσέλκυσε το ενδιαφέρον και στρατιωτικών διοικήσεων, ιδιαίτερα κατά την οθωμανική περίοδο. Από τον 16ο αι. οι μέχρι σήμερα γνωστές οθωμανικές πηγές καταλείπουν πληροφορίες για την διοικητική και οικονομική κατάσταση της περιοχής και κυρίως για τα κτηματικά ζητήματα της Μονής, την παραγωγή αγροτικών προϊόντων και τις εγκαταστάσεις (ελαιοτριβείου κελιών κτλ.).

Κατά την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας, η Κορωνησία συνέχισε να αναπτύσσεται ως μικρό αλλά σταθερό κέντρο αλιείας και εμπορίου στον Αμβρακικό κόλπο, ενώ η γεωγραφική της θέση την προστάτευσε από επιδρομές και αναταραχές, επιτρέποντας στους κατοίκους να διατηρήσουν τον παραδοσιακό τρόπο ζωής.

Κατά τον 19ο αι. οι πληροφορίες για την περιοχή προέρχονται κυρίως από τους ξένους ταξιδιώτες και ταυτίζονται με την γενικότερη πολιτική κατάσταση της διοίκησης του Αλή πασά των Ιωαννίνων . Αυτή την περίοδο κατασκευάστηκαν οχυρωματικά έργα, όπως η Κούλια, κυκλικό οχυρό που προσέφερε στρατηγικό πλεονέκτημα για τον έλεγχο του Αμβρακικού κόλπου και των παράκτιων περιοχών. Τα οχυρά αυτά είχαν στόχο την προστασία των αλιευτικών και εμπορικών δραστηριοτήτων από εξωτερικές απειλές, ενώ ενίσχυαν τον έλεγχο των θαλάσσιων και παραθαλάσσιων διαδρομών.

Η Κορωνησία κατά τον 19ο αιώνα ήταν ένας μικρός οικισμός, με περίπου 30 - 40 κατοικίες, οι οποίες εξυπηρετούσαν μια μικρή κοινότητα αλιέων και γεωργών. Στο νησί το 1884 κατοικούσαν 10 οικογένειες που εργάζονταν στα παρακείμενα ιχθυοτροφεία, γεγονός που τεκμηριώνει πως η εξέλιξη του οικισμού επηρεάστηκε έντονα από την αλιευτική δραστηριότητα, η οποία καθόριζε τον οικονομικό χαρακτήρα της Κορωνησίας για αιώνες.

Από τις αρχές του 20ού αιώνα, η Κορωνησία άρχισε να αναπτύσσεται ως οργανωμένος οικισμός, με τη βελτίωση των υποδομών και της οδικής σύνδεσης. Η κατασκευή αμαξιτού δρόμου κατά τη δεκαετία του 1960, που συνδέει την Κορωνησία με τη Σαλαώρα, και κατ’ επέκταση με την ηπειρωτική ενδοχώρα, συνέβαλε στην ενίσχυση της επικοινωνίας και διευκόλυνε τη μεταφορά προϊόντων αλιείας και γεωργίας. Με την πάροδο των ετών, ο οικισμός διατήρησε την αυθεντική του φυσιογνωμία, καθώς παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό ανεπηρέαστος από την έντονη αστικοποίηση και τη βιομηχανική ανάπτυξη που επηρέασαν άλλες περιοχές.

Από τους πίνακες απογραφών του Ε.Σ.Υ.Ε, η Κορωνησία φέρεται να έχει το 1971, 184 κατοίκους. Εκτιμάται ότι στα τέλη του 20ού αιώνα, ο αριθμός των κατοικιών της είχε αυξηθεί κατά 154 άτομα (σύνολο 338 κάτοικοι), καθώς οι συνθήκες διαβίωσης είχαν βελτιωθεί, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν επιπλέον κτίσματα για αλιευτικές και γεωργικές χρήσεις.

Η ανάπτυξη του τουρισμού και η άνοδος της παραθεριστικής κατοικίας φαίνεται να έχει παίξει σημαντικό ρόλο την εξέλιξη του οικισμού τις τελευταίες δεκαετίες. Με την ανάπτυξη του τουρισμού τη δεκαετία του 1980 και εξής, άρχισαν να δημιουργούνται ξενώνες, εστιατόρια και καφέ, τα οποία εμπλούτισαν το κτιριακό απόθεμα του νησιού. Εκείνη τη δεκαετία πολλές παραθεριστικές κατοικίες κάνουν την εμφάνιση τους. Ταυτόχρονα, η Κορωνησία παρακολούθησε την γενικευμένη τάση υποβάθμισης της επαρχίας τις δεκαετίες γύρω από το 2000, με την πληθυσμιακή συρρίκνωση της περιοχής να αποτυπώνεται στις απογραφές .

Χάρτης ιστορικής εξέλιξης. Σύγκριση της ακτογραμμής του 1950 με τον σημερινό ορθοφωτοχάρτη
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Οικιστική Συγκρότηση

Η συγκρότηση του οικισμού της Κορωνησίας καθορίζεται από τη μορφολογία του εδάφους, καθώς και στη σχέση με το υδάτινο στοιχείο. Στον οικισμό, αναγνωρίζονται σήμερα δυο διακριτά τμήματα, το παλαιότερο (ιστορικό) στη βόρεια πλευρά και το νεότερο στα νότια.

Το παλαιότερο τμήμα του οικισμού, όπως έχει ήδη αναφερθεί (βλεπε Η ιστορική σημασία του τόπου) αναπτύχθηκε γύρω από το μοναστήρι της Παναγίας , παρουσιάζει πιο σύνθετη εικόνα, με το καθολικό του, που σώζεται έως σήμερα, να βρίσκεται στο κεντρικότερο και υψηλότερο σημείο του νησιού, λειτουργώντας ως κεντρικό σημείο αναφοράς.

Ο ιστορικός οικισμός οργανώνεται με καμπυλόσχημους δρόμους που εκκινούν από το μοναστήρι και αναπτύσσονται προς όλες τις κατευθύνσεις, καθορίζοντας την ανάπτυξή του προς τις παρυφές του λόφου, γύρω από τον ιστορικό αυτό πυρήνα της μονής. Επιπλέον, σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του, αποτέλεσε ο κεντρικός άξονας (δρόμος) που συνδέει το μοναστήρι με το λιμάνι, όπου σημειώνονται ιστορικές εμπορικές δραστηριότητες. Ο δρόμος αυτός αποτέλεσε κρίσιμο άξονα κίνησης και σύνδεσης για τους κατοίκους, όχι μόνο ως προς την οικονομική ζωή του οικισμού, καθώς πάνω σε αυτόν αναπτύχθηκαν ιστορικές χρήσεις, αλλά και για τη διάταξη του κτισμένου χώρου.

Αεροφωτογραφία της Κορωνησίας. Στο κέντρο ο ναός της Παναγίας
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Το νεότερο τμήμα του οικισμού είναι αποτέλεσμα σχεδιασμού της δεκαετίας του ΄70 και ύστερα, και έχει προκύψει μέσα από την οργάνωση και διαμοιρασμό ισομεγεθών εκτάσεων γης (οικοπέδων). Κατά συνέπεια, το κτιριακό απόθεμα στο νότιο τμήμα, αντανακλά τις οικιστικές τάσεις από την δεκαετία του ΄80 και μετά, με τα περισσότερα κτίσματα να είναι νεόδμητα ή να ανήκουν στην τελευταία εικοσαετία.

Στη σημερινή του μορφή ο κεντρικός πυρήνας δραστηριοτήτων συγκεντρώνεται πλέον γύρω από το λιμάνι και την νέα κεντρική οδό, που λειτουργεί ως άξονας κίνησης και σύνδεσης για τους κατοίκους και τους επισκέπτες. Η περιοχή αυτή αποτελεί πλέον τον πυρήνα της κοινωνικής και οικονομικής ζωής της Κορωνησίας, καθώς εκεί συγκεντρώνονται οι δραστηριότητες που σχετίζονται με την αλιεία, τον τουρισμό και το εμπόριο, όπως οι γνωστές παραδοσιακές ψαροταβέρνες της Κορωνησίας, οι οποίες συμβάλλουν στη σύγχρονη οικονομία και στηρίζουν τη γαστρονομική ταυτότητα του τόπου.

Στο νότιο τμήμα του νησιού διατηρείται τμηματικά ο ιστορικός ελαιώνας, που φημολογείται ότι φυτεύτηκε κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας, πιθανώς κατά τον 18ο αιώνα, εξασφαλίζοντας το απαραίτητο λάδι στους κατοίκους της περιοχής. Στο τμήμα αυτό νεότερες κατασκευές έχουν προστεθεί τις τελευταίες δεκαετίες κατά την ανάπτυξη και επέκταση του οικισμού. Η ανοιχτή έκταση που διατηρείται από τη δεκαετία του 1950 ως φυσικό ξέφωτο, έχει σήμερα αποδοθεί σε αθλητικές δραστηριότητες. Η ύπαρξη αυτού του αστικού κενού αντανακλά τη μακρόχρονη τάση διατήρησης φυσικών χώρων, εξυπηρετώντας παράλληλα την πολεοδομική ταυτότητα του οικισμού.

Λειτουργική φυσιογνωμία

Η λειτουργική φυσιογνωμία και ταυτότητα της Κορωνησίας έχει επιβιώσει με το πέρασμα του χρόνου, καθώς παραμένει προσανατολισμένη στις αλιευτικές δραστηριότητες και στην αγροτική ζωή. Οι τοπικοί Αλιευτικοί Συνεταιρισμοί διαχειρίζονται τις λιμνοθάλασσες της περιοχής, οι οποίες διατηρούν πλούσια ιχθυοαποθέματα, και αποτελούν βασικό πόρο για την τοπική οικονομία. Τα διβάρια, τα οποία χρησιμοποιούνται για τη συλλογή και διαχείριση των ιχθύων, έχουν μετακινηθεί αρκετές φορές με την πάροδο των χρόνων, με τα παλαιότερα να βρίσκονται ακόμα ορατά μέσα στο νερό.

Η λειτουργική φυσιογνωμία της Κορωνησίας συνδέεται άμεσα με τις ανάγκες και τις δραστηριότητες της τοπικής κοινωνίας, καθώς και με τις φυσικές συνθήκες του Αμβρακικού κόλπου. Οι χρήσεις που συναντώνται σήμερα στον οικισμό, πέρα από την κατοικία, περιλαμβάνουν δραστηριότητες τουρισμού, εστίασης, αλιείας, εγκαταστάσεις αναψυχής και αθλητισμού, εκκλησίες και ιστορικά μνημεία (βλ. Χάρτης χρήσεων γης)

Η κατασκευή του νέου δρόμου, που συνδέει τον οικισμό με τη Σαλαώρα, και κατ΄ επέκταση με την ηπειρωτική ενδοχώρα, διαδραμάτισε κομβικό ρόλο στη φυσιογνωμία του. Περιλαμβάνοντας κυματοθραύστες και ασφαλές οδόστρωμα διπλής κυκλοφορίας, η νέα διαδρομή σταθεροποίησε την άλλοτε ασταθή ακτογραμμή, διευκολύνοντας την επικοινωνία του νησιού με την ενδοχώρα και παρέχοντας καλύτερη και ευκολότερη πρόσβαση στις αλιευτικές και αγροτικές δραστηριότητες. Επιπλέον, η δημιουργία της Μαρίνας, που εξυπηρετεί τον τουρισμό και τις τοπικές θαλάσσιες μετακινήσεις, είχε σημαντική επίδραση στην ακτογραμμή, καθώς αναχαίτισε τη φυσική ροή των κυμάτων, προκαλώντας εναπόθεση άμμου και επανακαθορίζοντας τη φυσική μορφή της ακτής.

Ορθοφωτογραφία περιοχής εγκατάστασης διβαριού
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Σχέση κτισμάτων με φυσικό περιβάλλον

Βασικό στοιχείο στην έρευνα του δομημένου περιβάλλοντος της Κορωνησίας αποτέλεσε η σχέση του οικισμού και των κτισμάτων του, με το ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον στο οποίο έχουν κατασκευαστεί, και με το οποίο συνυπάρχουν. Η αρχιτεκτονική φυσιογνωμία και η διάταξη των κτισμάτων της Κορωνησίας είναι απόλυτα προσαρμοσμένες στη μορφολογία και στις γεωγραφικές ιδιαιτερότητες του νησιού. Τα κτίσματα είναι χαμηλά, κυρίως λιθόκτιστα στον ιστορικό πυρήνα του οικισμού, σε άμεση συσχέτιση με το φυσικό περιβάλλον, αποφεύγοντας την έντονη παρέμβαση σε αυτό. H κλίμακα είναι ήπια, με το χαμηλό ύψος των κτισμάτων να διατηρεί την οπτική επαφή και σύνδεση τόσο με τις λιμνοθάλασσες, όσο και την ακτογραμμή του κόλπου. Συνολικά ωστόσο η οικιστική μορφή της Κορωνησίας διαφοροποιείται από τη καθαρότητα του τοπίου του Αμβρακικού κόλπου.

Η γεωγραφική θέση και ταυτότητα του οικισμού καθορίζεται έτσι απόλυτα από τη συνύπαρξη του με το υδάτινο στοιχείο, ενώ περιβάλλεται από τα φυσικά στοιχεία του κόλπου (υδροβιότοποι, ακτές Αμβρακικού, λιμνοθάλασσες Λογαρού, Σακουλέτσι και Τσουκαλιό), που διαμορφώνουν όχι μόνο τη γεωγραφική αλλά και την αισθητική του φυσιογνωμία.

Το γεωγραφικό ανάγλυφο και η δυνατότητα εκτενούς και ανενόχλητης οπτικής επαφής με τη θάλασσα, επηρεάζουν τον προσανατολισμό των κτισμάτων του οικισμού. Τα κτίσματα, είτε πρόκειται για οικίες, είτε για κτίσματα με δημόσια χρήση, όπως τα παραδοσιακά καφενεία και ψαροταβέρνες, διατάσσονται με τρόπο που επιτρέπει την άμεση πρόσβαση στο θαλάσσιο στοιχείο. Οι περιφράξεις και οι αυλές των κτισμάτων είναι λιτές, κυρίως με πέτρινους τοίχους χαμηλού ύψους και δέντρα που παρέχουν φυσική σκίαση, χωρίς να διαταράσσουν την οπτική συνοχή του τοπίου. Η γενικότερη τοποθέτηση των κτισμάτων σε συνδυασμό με τη φυσική ροή των υδάτων και τη βλάστηση δημιουργεί έναν ισορροπημένο χώρο. Τα μονοπάτια που συνδέουν τα σημεία του οικισμού ακολουθούν τη φυσική κλίση του εδάφους, χωρίς σημαντικές επεμβάσεις στο ανάγλυφο, ενώ η βλάστηση που περιβάλει τον οικιστικό ιστό παραμένει πυκνή, προσφέροντας καταφύγιο στην πανίδα της περιοχής.

Άποψη του οικισμού της Κορωνησίας στο νεότερο τμήμα του, με το Πέρα Νησί να διακρίνεται στο βάθος
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Ιδιαίτερο σημείο του οικισμού αποτελεί το φρούριο Κούλιας, το οποίο βρίσκεται σε υπερυψωμένο σημείο και λειτουργεί ως παρατηρητήριο προς τον Αμβρακικό. Το ιστορικό μνημείο ουσιαστικά «ενσαρκώνει» τη σχέση της Κορωνησίας με τον ευρύτερο φυσικό γεωγραφικό της χώρο και περιβάλλον, καθώς επιτρέπει την εποπτεία της περιοχής και τον έλεγχο του κόλπου, θυμίζοντας την εποχή που η στρατηγική θέση της διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο. Το φρούριο ενισχύει την αίσθηση της αρμονικής συνύπαρξης ιστορικού και φυσικού περιβάλλοντος, επιτρέποντας στον επισκέπτη να βιώσει τη σύνδεση του οικισμού με την ιστορία και τη φύση.

Η οικολογική αξία του Αμβρακικού κόλπου και οι υγρότοποι που περιβάλλουν την Κορωνησία ενισχύουν την ιδιαιτερότητα του οικισμού ως πρότυπο ισορροπίας και συνύπαρξης μεταξύ δομημένου και φυσικού περιβάλλοντος. Οι κάτοικοι και η τοπική κοινότητα σέβονται το φυσικό περιβάλλον, κάτι που αποτυπώνεται στις ήπιες πρακτικές τους για τη φροντίδα και διατήρηση της περιοχής. Οι ήπιες μορφές ανάπτυξης και οι περιορισμένες παρεμβάσεις εξασφαλίζουν την διατήρηση του οικοσυστήματος, καθώς το φυσικό τοπίο παραμένει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας και της πολιτιστικής ταυτότητας της Κορωνησίας.

Απόψεις της περιοχής μελέτης
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


ΚΤΙΣΜΑΤΑ

Ο οικισμός της Κορωνησίας αναπτύσσεται κυκλικά πάνω σε μικρό ύψωμα στο βορειοδυτικό άκρο του ομώνυμου κεντρικού νησιού του συμπλέγματος. Ο οικισμός έχει μακρά ιστορία που αποτυπώνεται και στο δομημένο περιβάλλον του, μέσα από τα κτίσματά του. Στα λιγοστά, αλλά σημαντικά μεσοβυζαντινά μνημεία του, στο φρούριο του 19ου αιώνα και στο οικιστικό αρχιτεκτονικό απόθεμα της νεότερης λαϊκής αρχιτεκτονικής, μαρτυρείται η διαχρονία του οικισμού, και η εξέλιξή του.

Σημαντικά κτίσματα η Ιερά Μονή της Παναγίας της Κορωνησίας, το κάστρο της Κορωνησίας (Κούλια), ο Ιερός ναός του Άγιου Ονούφριου, κ.α. (βλέπε κεφάλαιο “Ιδιαίτερα Κτίσματα”). Το κτιριακό απόθεμα των κατοικιών περιλαμβάνει 90 σπίτια στον παραδοσιακό οικισμό και περί τα 60 στο νέο τμήμα. Πολλές από τις άλλοτε παραθεριστικές κατοικίες, χρησιμοποιούνται σήμερα ως μόνιμες.

Αεροφωτογραφία οικισμού
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Τυπολογία, μορφολογία και λειτουργία κτιρίων

Η μελέτη των κτισμάτων που ακολουθεί, υλοποιήθηκε κυρίως μέσα από επιτόπια έρευνα, αλλά και με την αποδελτίωση της υφιστάμενης βιβλιογραφίας. Ως εργαλείο χρησιμοποιήθηκαν οι ειδικές καρτέλες καταγραφής (βλέπε παράρτημα Ι) ενώ πραγματοποιήθηκαν θεματικοί χάρτες.

Στις καρτέλες καταγραφής, παρουσιάζονται λεπτομερή στοιχεία που αφορούν στην τοποθεσία (με αναφορά στο χάρτη), και συμπεριλαμβάνονται φωτογραφίες και πιθανό αρχειακό υλικό. Επιπλέον αναφέρονται οι χρήσεις (υφιστάμενη και ιστορική) καθώς και ιστορικά στοιχεία, χρονολόγηση, δίνεται γενική περιγραφή του κτίσματος, στοιχεία τυπολογίας και μορφολογίας, κατασκευαστικά στοιχεία, ενώ σχολιάζονται πιθανές επεμβάσεις ή αλλοιώσεις.

Χάρτης Χρήσεων Γης
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Χάρτης Απεικόνισης Δομημένου Περιβάλλοντος της Κορωνησίας
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Κατοικίες

Τα παλαιότερα κτίρια κατοικιών της Κορωνησίας τυπολογικά ανήκουν στην ευρύτερη κατηγορία των μονώροφων ή/και διώροφων παραδοσιακών κτισμάτων και αποτελούν χαρακτηριστικό στοιχείο της τοπικής αρχιτεκτονικής. Έχουν ορθογώνια κάτοψη και απλή δομή, που ανταποκρίνεται στις καθημερινές ανάγκες των κατοίκων και χρηστών τους. Λίθινα κτίρια, κτισμένα κυρίως από τοπική πέτρα, με εξωτερικούς τοίχους που έχουν πάχος 40-60 εκατοστά, προσφέροντας μόνωση και ανθεκτικότητα απέναντι στο χρόνο και στις κλιματικές συνθήκες.

Με κόκκινο εμφανίζονται τα κτίρια του παλαιού πυρήνα
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Η μορφολογία τους είναι γενικά λιτή και ακολουθεί τα χαρακτηριστικά της ιστορικής περιόδου κατασκευής του κτιρίου. Γενικότερα παρατηρούνται μικρά, κατακόρυφα ανοίγματα στα λίθινα κτίσματα, τα οποία γίνονται μεγαλύτερα στα νεότερα κτίρια.

Ο παρακάτω χάρτης παρουσιάζει τις λιθόκτιστες κατασκευές του παλαιού τμήματος του οικισμού. Σε αυτόν διακρίνονται με ευκολία όλα τα προσκτίσματα και οι επεκτάσεις των κατασκευών ενώ αποκαλύπτεται έτσι και η κυρίαρχη τυπολογία κτισμάτων αναλογίας ένα προς δύο.

Χάρτης καταγραφής λιθόκτιστων κτισμάτων με σκούρο χρώμα
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Οι στέγες είναι κυρίως τετράριχτες με κόκκινα κεραμίδια, εντοπίζονται ωστόσο και κτίρια με κιτρινωπά κεραμίδια. Επίσης, πολλές εξωτερικές κατασκευές και επεκτάσεις κτιρίων στεγάζονται με πιο σύνθετα υλικά, όπως ελενίτ και απομιμήσεις κεραμιδιών από αλλά σύγχρονα υλικά. Ακόμα, υπάρχουν νεότερες κατοικίες, με δώματα, ή / και προσθήκες, τόσο στην περίμετρο όσο και στην καρδιά του παλαιού οικισμού. Επιπλέον παρατηρούνται και αρκετά κτίσματα που αρχικά είχαν κατασκευαστεί ως παραθεριστική κατοικία (πιθανότατα κοντά στη δεκαετία του ’80), που πλέον κατοικούνται μόνιμα.

Το αποτέλεσμα όλων αυτών των μετασχηματισμών, των προσθηκών, των επεκτάσεων, των νεόδμητων και κυρίως η μεγάλη έκταση των αλλοιώσεων, έχει αποκρύψει το ιστορικό παρελθόν του οικισμού.

Αεροφωτογραφία του ιστορικού πυρήνα του οικισμού
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Αεροφωτογραφία του νεότερου τμήματος του οικισμού
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Το νεότερο τμήμα του οικισμού αποτελείται μόνο από νεόδμητες κατασκευές. Λίγα μόνο οικόπεδα έχουν οικοδομηθεί, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει η απαραίτητη πύκνωση που δημιουργεί την εικόνα οικισμού. Τα περισσότερα κτίσματα εδώ είναι διώροφα, ενώ λίγα είναι μονοώροφα. Η στέγασή τους γίνεται με τετράρριχτες και πιο σύνθετες στέγες που ακολουθούν το περίγραμμα του κτηρίου. Δώματα συναντώνται στην απόληξη των κτιρίων, αλλά και σε χαμηλότερες στάθμες που χρησιμοποιούνται ως βεράντες. Τα κτίρια τοποθετούνται συνήθως στο κέντρο των οικοπέδων, αφήνοντας ελεύθερη αυλή γύρω τους. Αυτό δημιουργεί ένα πολεοδομικό σύστημα πανταχόθεν ελεύθερο.

Φυσιογνωμία οικισμού
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Φυσιογνωμία οικισμού
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Φυσιογνωμία οικισμού
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Ιδιαίτερα Κτίσματα

Εκκλησίες

Το οικοδομικό συγκρότημα του ναού του Γενεσίου της Θεοτόκου βρίσκεται στο κέντρο του οικισμού της Κορωνησίας, στο βορειοδυτικό άκρο της ομώνυμης νησίδας του Αμβρακικού. Το μικρό κτιριακό σύνολο είναι κτισμένο σε επίμηκες, ακανόνιστο οικόπεδο, που ορίζεται περιμετρικά από δρόμους, στην πλαγιά του χαμηλού λόφου που καταλαμβάνει ολόκληρη σχεδόν την επιφάνεια του νησιού, κοντά στο πλάτωμα της ομαλής, σχεδόν επίπεδης, κορυφής του.

Το συγκρότημα περιλαμβάνει το ναό της Παναγίας, με την κατά μήκος της βόρειας πλευράς του στοά και το συνδεδεμένο με αυτό κωδωνοστάσιο, το προσαρτημένο κατά μήκος της νότιας πλευράς του ναού ερειπωμένο πρόσκτισμα (το ελαιοτριβείο) και τα λείψανα της Κούλιας, του κτηρίου, δηλαδή, των κελιών της Μονής, το παρακείμενο σε αυτά παλαιό δημοτικό σχολείο του χωριού και το παρεκκλήσιο του Αγίου Ονουφρίου, που βρίσκεται σε μικρή απόσταση στα νοτιοανατολικά.

Οικοδομικό συγκρότημα Ναού της Θεοτόκου
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Η σημερινή μορφή του ναού είναι αποτέλεσμα πολλών επεμβάσεων. Η εκκλησία αποτελείται από τρία ενοποιημένα μεταξύ τους μέρη· τον κύριο ναό, ένα νάρθηκα και έναν εξωνάρθηκα . Ο κύριος ναός, στη σημερινή του μορφή, ανήκει στο σπάνιο τύπο των ημι-εγγεγραμμένων σταυροειδών με τρούλο, οι οποίοι παρουσιάζουν στο ανατολικό τους τμήμα την κάτοψη ελεύθερου σταυρού, ενώ στο δυτικό την κάτοψη δικιονίου σταυροειδούς εγγεγραμμένου . Κατά τη διάρκεια των πρόσφατων εργασιών αποκατάστασης του ναού, διαπιστώθηκε ότι οι όψεις των εξωτερικών τοίχων του κύριου ναού και του νάρθηκα, ήταν εξ ολοκλήρου σχεδόν διαμορφωμένες κατά το πλινθοπερίκλειστο σύστημα δομής, σε μια αμελή εκδοχή του . Οι τοίχοι είναι κτισμένοι εξωτερικά με αργούς ή αμελέστατα λαξευμένους τοπικούς ασβεστόλιθους και σπανιότερα πωρόλιθους, μεταξύ των οποίων παρεμβάλλονται, κατά τρόπο άτεχνο στους οριζόντιους αρμούς, μονές και πολύ σπάνια διπλές σειρές πλίνθων, και στους κατακόρυφους αρμούς μονές πλίνθοι πάχους από 1,5εκ. ως 3,5εκ. ή τεμάχια κεραμιδιών .

Στα βόρεια του ναού βρίσκεται το κωδωνοστάσιό του, το οποίο συνδέεται με τη βόρεια όψη του ναού με τοίχο, ο οποίος αποτελεί το ανατολικό πέρας της διατεταγμένης κατά μήκος της όψης στοάς. Το κτίσμα ανήκει στον συνηθέστατο στα Επτάνησα και την Ήπειρο τύπο του διάτρητου τοιχώματος. Τα μορφολογικά του στοιχεία είναι χαρακτηριστικά του εξαιρετικά διαδεδομένου στις παράλιες περιοχές της ηπείρου, λαϊκού επτανησιακού μπαρόκ .

Προσαρτημένο στο ναό, κατά μήκος της νότιας πλευράς του, βρίσκεται σήμερα το κτίσμα που, στα τελευταία τουλάχιστον χρόνια της λειτουργίας της Μονής, στέγαζε το ελαιοτριβείο της. Σε μικρή απόσταση στα νοτιοανατολικά του ναού του Γενεσίου της Θεοτόκου βρίσκεται το παρεκκλήσιο του Αγίου Ονουφρίου. Πρόκειται για μονόχωρο δρομικό θολοσκέπαστο ναΐσκο, τοίχους από αργούς λίθους, κυρίως ασβεστόλιθους, και πλίνθους, ενώ στην κατασκευή τους, έχουν χρησιμοποιηθεί διάφορα αρχιτεκτονικά μέλη σε δεύτερη χρήση .

Τέλος, στην νοτιοανατολική πλευρά του νησιού, στην περιοχή κοντά στο νεκροταφείο, συναντάμε τον Ιερό Ναό του Σωτήρος. Πρόκειται για μια μικρή βασιλική που διαθέτει δίριχτη στέγη.

Πηγάδια

Το πηγάδι της Κορωνησίας, που βρίσκεται πλησίον του ιερού ναού της Παναγίας, αποτελεί σημαντικό ιστορικό στοιχείο του οικισμού, καθώς από εκείνο υδρευόταν η μονή, ενώ για πολλούς το έφτιαξε ο ίδιος ο Άγιος Ονούφριος, με τα χέρια του, τοποθετώντας την κατασκευή του έτσι τον 18ο αιώνα. Εκτός από αυτό το πηγάδι πολλές κατοικίες διέθεταν και διαθέτουν πηγάδια. Στο διάγραμμα εμφανίζονται με μαύρο χρώμα οι θέσεις των πηγαδιών και η διάταξή τους στον παραδοσιακό τμήμα του οικισμού.

Διάγραμμα θέσεων πηγαδιών (μαύρες στίξεις) στον παραδοσιακό οικισμό της Κορωνησίας
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Κάστρο Κορωνησίας (Κούλια)

Η λέξη «κούλια» όπως καθιερώθηκε να ονομάζεται προέρχεται από την τουρκική «kulla» (περσική «qulla») και σημαίνει κορυφή ή πύργος. Τέτοια έργα αποτελούν τμήματα αμυντικού δικτύου και βρίσκονται σε κομβικά σημεία, που επιλέχθηκαν καθώς επέτρεπαν απρόσκοπτη εποπτεία στην γύρω περιοχή.

Η Κούλια της Κορωνησίας, εποπτεύει τον Αμβρακικό κόλπο μαζί με το «δίδυμο» και πανομοιότυπο κάστρο της Λασκάρας, στο ομώνυμο ακρωτήριο που εισχωρεί μέσα στον κόλπο από την πλευρά της Πρέβεζας. Το οχυρό της Κορωνησίας θεωρείται ότι κατασκευάστηκε στην αρχή του 19ου αιώνα από τον Αλή πασά, με σχέδια του συνταγματάρχη του γαλλικού στρατού, Guillaume de Vaudoncourt και με την επίβλεψη του Ιταλού μηχανικού, Monteleone . Με την μάχη της Κορωνησίας, το 1829 το κατέλαβε ο Ελληνικός Στρατός, ενώ το 1850 περιήλθε και πάλι στα χέρια των Τούρκων, μετά την ανταλλαγή της Εύβοιας με τον Αμβρακικό. Το κάστρο είναι κυκλικό με δυο ισοϋψείς πύργους που προσαρμόζονται στην περίμετρο του σε αντιθετικές θέσεις. Έχει μία είσοδο υπερυψωμένη, σήμερα προσβάσιμη με ράμπα. Φιλοξενεί κατά καιρούς διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις και στο παρελθόν έχει λειτουργήσει ως δανειστική βιβλιοθήκη.

Απόψεις της Κούλιας
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Διβάρια

Τα διβάρια έχουν μακραίωνη παρουσία στην Κορωνησία και, η χρήση τους στην περιοχή χρονολογείται από τη Βυζαντινή εποχή, όταν οι τοπικές κοινότητες αναπτύσσονταν γύρω από τις λιμνοθάλασσες και τους υγροβιότοπους του Αμβρακικού Κόλπου. Τα διβάρια προσέφεραν έναν αξιόπιστο και βιώσιμο τρόπο για την κάλυψη των αναγκών σε τρόφιμα και στήριζαν οικονομικά τον τοπικό πληθυσμό, ο οποίος εξαρτιόταν από τη θάλασσα και τις υδάτινες εκτάσεις της περιοχής.

Τα διβάρια αποτελούσαν συλλογική ιδιοκτησία, όπου η διαχείριση και η εκμετάλλευσή τους γινόταν με βάση συμφωνίες εντός της κοινότητας. Αυτό το σύστημα ενίσχυε τις σχέσεις μεταξύ των κατοίκων και αποτελούσε θεμέλιο για τη συνεργασία και την αλληλοϋποστήριξη στην αλιευτική παραγωγή της περιοχής.

Ο όρος διβάρι/βιβάρι/ιβάρι προέρχεται από το λατινικό vivarium = εκτροφείο (βιβάριον). Τα (δ)ιβάρια είναι πασσαλόπηκτες, τραπεζοειδούς σχήματος κατασκευές που σχηματίζουν φυσικά ιχθυοτροφεία. Με τον τρόπο αυτό αποτρέπεται η ελεύθερη επιστροφή προς τη θάλασσα των ψαριών που έχουν μπει στον υγρότοπο και στη συνέχεια επιτρέπεται η αλίευσή τους . Έχουν μέγεθος περίπου 120 m2 και είσοδο, η οποία έκλεινε στο παρελθόν με καλαμωτές (καλάμια) και μια διπλή σειρά πασσάλων από ξύλο καστανιάς που στερεώνονταν στον βυθό .

Αεροφωτογραφία διβαρίου [30-7-2023]
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Διβάρι και πήρες
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Έτσι τα ψάρια παγιδεύονταν και πολλαπλασιάζονταν. Το ιβάρι κλείνει στα τέλη Μαΐου με αρχές Ιουνίου. Στο χρονικό διάστημα που κλείνουν οι είσοδοι και τα ψάρια βρίσκονται στη λιμνοθάλασσα, οι ευνοϊκές συνθήκες (θερμοκρασία, αφθονία τροφής) βοηθούν στην ταχεία ανάπτυξή τους. Για παράδειγμα, μια τσιπούρα που θα εισέλθει στη λιμνοθάλασσα κατά τον πρώτο χρόνο της ζωής της μεγαλώνει με μεγαλύτερους ρυθμούς από αυτή που θα μεγαλώσει στη θάλασσα. Αντίστοιχα, όταν το περιβάλλον της λιμνοθάλασσας γίνει για κάποιο λόγο αφιλόξενο, όπως επίσης και κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγής τους, τα ψάρια οδηγούνται μέσω των ρευμάτων της παλίρροιας προς την ανοιχτή θάλασσα, για να αποθέσουν τα αυγά τους σε μεγαλύτερα βάθη. Κατά τη διάρκεια αυτής της μετακίνησης τα ψάρια οδηγούνται στις μεταλλικές ιχθυοπαγίδες ή πήρες, όπως τις αποκαλούν οι ψαράδες, από τις οποίες εξαλιεύονται με απόχη. Τα νερά της λιμνοθάλασσας είναι ρηχά, άρα και ευμετάβλητα από άποψη θερμοκρασίας και αλατότητας. Αυτό έχει ως συνέπεια να μην επικρατούν συνθήκες που να επιτρέπουν τη μόνιμη διαβίωση των ψαριών σε αυτή. Ως εκ τούτου, η κατασκευή και λειτουργία των διβαριών ρυθμίζει τις μετακινήσεις των ψαριών προς και από τη λιμνοθάλασσα, εξασφαλίζοντας τη βιωσιμότητά τους.

Οι λιμνοθάλασσες της περιοχής μελέτης και τα διβάρια που λειτουργούν εκεί, εκμεταλλεύονται από διαφορετικούς αλιευτικούς συνεταιρισμούς, και συγκεκριμένα είναι τρεις: η λιμνοθάλασσα Λογαρού, η Σακουλέτσι, και η λιμνοθάλασσα Τσουκαλίου. Ο Αγροτικός Αλιευτικός Συνεταιρισμός Κορωνησίας Καλογερικού Άρτας «Η ΛΟΓΑΡΟΥ», με έδρα την Κορωνησία Άρτας, δραστηριοποιείται στο φυσικό ιχθυοτροφείο της Λιμνοθάλασσας Λογαρού . Στη συγκεκριμένη λιμνοθάλασσα, η οποία εκτείνεται σε μια συνολική επιφάνεια 40.000 στρεμμάτων, συναντάται ποικιλία ψαριών, όπως η τσιπούρα, η γλώσσα, το χέλι, τα κεφαλοειδή, ο γωβιός και ενίοτε η γαρίδα. Ο συνεταιρισμός έχει εννέα διβάρια, με τα τρία πρώτα να βρίσκονται κατά μήκος της οδού Σαλαώρας-Κορωνησίας, ενώ τα υπόλοιπα έξι εκτείνονται κατά μήκος της λουρονησίδας που ενώνει την Κορωνησία με το Φιδόκαστρο.

Θέσεις Διβαριών - διβαροφυλακίων της λιμνοθάλασσας Λογαρούς
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Τα διβάρια διαθέτουν τυπικά κτίσματα (διβαροφυλάκια) με τετραγωνική κάτοψη, επιφάνειας περίπου 40-60 τ.μ., των οποίων η κατασκευή χρονολογείται στο πρώτο μισό του προηγούμενου αιώνα και προορίζονται για την παραμονή των φυλάκων. Πρόκειται για απλά μονώροφα κτίσματα κτισμένα πάνω σε βάσεις ύψους 50-80 εκατοστά από οπλισμένο σκυρόδεμα, ενώ επάλληλα συρόμενα κουφώματα σε όλες τις όψεις επιτρέπουν την εποπτεία του φύλακα προς όλες τις κατευθύνεις. Στον εσωτερικό χώρο, ανάλογα με το μέγεθος, περιλαμβάνονται χώρος διημέρευσης με τζάκι ή σόμπα, ένα ή δυο υπνοδωμάτια και ένα κουζινάκι. Συχνά το κουζινάκι βρίσκεται στον εξωτερικό χώρο. Ενώ σε κάποια διβαροφυλάκια υπάρχει δωμάτιο λουτρού με είδη υγιεινής, η ελλειωησυστήματος αποχέτευσης δεν επιτρέπει τη λειτουργία τους.

Η στέγη τους είναι συνήθως τετράρριχτη με επικάλυψη από κρεμμύδι ανοιχτού φαιού χρώματος ενώ διακρίνεται γείσο από σκυρόδεμα γεγονός που παραπέμπει σε πλάκα οροφής. Στο εσωτερικό διακρίνεται ξύλινη οροφή. Οι τοίχοι είναι σοβατισμένοι και οι ρογμές των συστολοδιαστολών μαρτυρούν χτίσιμο από τούβλα ή τσιμεντόλιθους με προσθήκη σενάζ σκυροδέματος στα πρέκια των ανοιγμάτων. Η ύπαρξη υποστυλωμάτων από σκυροδεμα δεν ήταν δυνατόν να επιβεβαιωθεί.

Ο εξωτερικός χώρος, μέρος του οποίου συνήθως καλύπτεται με προστεγάσματα από γαλβανισμένη λαμαρίνα, είναι εξίσου σημαντικός καθώς εκεί πραγματοποιούνται όλες οι σημαντικές για το διβάρι δραστηριότητες. Εκεί, βρίσκονται μία ή δύο βρύσες για τον καθαρισμό των διβαριών από φύκια, λάσπες και βρύα. Αυτή η διαδικασία πραγματοποιείται τουλάχιστον δύο φορές το χρόνο, σύμφωνα με τους αλιείς, για τη διασφάλιση της καλής λειτουργίας των εγκαταστάσεων και της διατήρησης της ποιότητας του φυσικού ιχθυοτροφείου.

Συγκεντρωτικά τα κτίσματα που αφορούν στην λιμνοθάλασσα της Λογαρούς (βλέπε αναλυτική καταγραφή στις Καρτέλες ειδικών κτηρίων) και που διακρίνονται στο τοπίο από το μπλε τους χρώμα είναι τα εξής:

  • Το συγκρότημα τεσσάρων κτιρίων του Συνεταιρισμού
  • 6 Διβαροφυλάκια της ίδιας τυπολογίας κατοψης 6,80 επι 7,90 με πρόσκτισμα
  • 2 είναι απλά μονόχωρα κτίσματα με τζάκι
  • 1 λυόμενο κτίσμα μεταλλικού σκελετού

Αντίστοιχου τύπου κατασκευές, οκτώ στο σύνολο, συναντάμε στην λουρονησίδα Σαλαώρας – Λούρου, στην λιμνοθάλασσα Τσουκαλιού, τις οποίες εκμεταλλεύεται ο Αγροτικός Αλιευτικός Συνεταιρισμός «Τσουκαλιό-Ροδιά», έχοντας ως έδρα την Ανέζα της Άρτας . Από τα αλιεύματα, που διαχειρίζεται ο συγκεκριμένος συνεταιρισμός, ξεχωρίζουν η γάμπαρη (γαρίδα του Αμβρακικού) και η αθερίνα.

Το τυπικό διβαροφυλάκιο στο Τσουκαλιό είναι μονόχωρο παραλληλόγραμμης κάτοψης κτίσμα με δίρριχτη στέγη. Η είσοδος γίνεται από την μεγάλη πλευρά και σε αυτήν συνήθως υπάρχει μεταλλικό ή ξύλινο προστέγασμα.

Η λιμνοθάλασσα Σακουλέτσι εκμεταλλεύεται μέσω ενός ανεξάρτητου ιβαριού, μέσα στην Κορωνησία, που λειτουργεί αυτόνομα και περιορισμένα σε σχέση με άλλες αλιευτικές εγκαταστάσεις της περιοχής. Το μικρό διβαροφυλάκιο του διβαριού μοιάζει περισσότερο με μικρή αποθήκη διαστάσεων περίπου 3 επι 3 μέτρων με ένα παράθυρο και μια πόρτα και στέγαση μονόρριχτης στέγης απο μεταλλική πτυχωτή λαμαρίνας.

Παράδειγμα καρτέλας καταγραφής συστήματος διβαριών
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Θέσεις Διβαριών της λιμνοθάλασσας Τσουκαλιού
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Θέση Διβαρίου της λιμνοθάλασσας Σακουλέτσι
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Εκτός της μεθόδου διαχείρισης των λιμνοθαλασσών με τα ιβάρια, οι κάτοικοι ανέπτυξαν πατροπαράδοτα πλήθος άλλων τεχνικών σύλληψης των ψαριών με καμάκια, με αγκιστροκάλαμα κ.α. Για τη μετακίνηση τους οι ψαράδες χρησιμοποιούν παραδοσιακά ελαφρά σκάφη που κινούνται στα ρηχά νερά των λιμνοθαλασσών. Τέτοια είναι τα «πριάρια» με μήκος 5-6 περίπου μέτρα, οι «γαίτες» και τα μικρότερα μονόξυλα ή «κορυτάκια» . Όλα τα παραπάνω σκάφη κατασκευάζονται από ξύλο, δεν έχουν καρίνα και ο πάτος τους είναι επίπεδος. Για την αποθήκευσή τους, οι συνεταιρισμοί χρησιμοποιούν μικρά λιμάνια: ένα στο κτίριο του συνεταιρισμού της Λογαρού και ένα φυσικό κατά μήκος των εκβολών του ποταμού Λούρου, στην είσοδο της λουρονησίδας Σαλαώρας - Λούρου.

Για την προστασία των ψαριών κατά τη διάρκεια του χειμώνα, οι ζώνες διαχείμασης ορίζονται και σημειώνονται στον παρακάτω χάρτη, παράλληλα με τις λουρονησίδες. Αυτές οι ζώνες είναι ειδικά επιλεγμένα σημεία όπου τα ψάρια βρίσκουν καταφύγιο και ευνοϊκές συνθήκες για να αντέξουν τις χαμηλές θερμοκρασίες και τη μειωμένη διαθεσιμότητα τροφής του χειμώνα. Οι ζώνες διαχείμασης, σε συνδυασμό με τις φυσικές λουρονησίδες, προσφέρουν στα ψάρια προστασία από τα ισχυρά ρεύματα και τις απότομες αλλαγές της θερμοκρασίας, συμβάλλοντας στη βιωσιμότητα των πληθυσμών τους.

Στις ζώνες διαχείμασής τοποθετούνται δίχτυα που προστατεύουν τα ψάρια που βρίσκουν εκεί καταφύγιο. Όμως τα δίχτυα αυτά παγιδεύουν τα πτηνά που μπερδεύονται και στην προσπάθεια τους να πιάσουν την λεία τους μέσα στο νερό βρίσκονται εγκλωβισμένα στα δίχτυα και έτσι πεθαίνουν. Παρουσιάζονται δηλαδή αντίρροπες δυνάμεις αυτές της προστασίας των πτηνών και η αντίστοιχη των ψαριών που εκδηλώνεται στον χώρο με ασχημα αποτελέσματα.

Σήμερα, πολλά διβάρια στην Κορωνησία συνεχίζουν να λειτουργούν, αν και ο αριθμός τους έχει μειωθεί λόγω των περιβαλλοντικών και οικονομικών αλλαγών. Υπογραμμίζεται ότι η ρύπανση και οι μεταβολές στο οικοσύστημα του Αμβρακικού έχουν επηρεάσει τη διαθεσιμότητα ψαριών, μειώνοντας τη βιωσιμότητα των παραδοσιακών διβαριών.

Ζώνες διαχείμανσης της λιμνοθαλάσσας Λογαρούς
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Εικόνες από τη διαδικασία αλίευσης στα διβάρια
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Παρά τις δυσκολίες, η τοπική κοινότητα προσπαθεί να διατηρήσει την παράδοση και να προσαρμόσει τα δίβαρια σε σύγχρονες αλιευτικές πρακτικές, με την υποστήριξη περιβαλλοντικών οργανώσεων και την εφαρμογή οικολογικών προγραμμάτων για την προστασία του Αμβρακικού.

Αξιολόγηση συστήματος Διβαριών - Διβαροφυλακίων

Τα διβαροφυλάκια αποτελούν ιδιαίτερα στοιχεία του τοπίου της περιοχής και έχουν έναν σαφή ρόλο στη χωρική της οργάνωση. Επειδή είναι τρισδιάστατες κατασκευές, ορατές από μακριά, σηματοδοτούν τη θέση των διβαριών, τα οποία, λόγω της θέσης τους στο επίπεδο του νερού, δεν διακρίνονται εύκολα με μια φευγαλέα ματιά. Έτσι, λειτουργούν ως σταθερά σημεία αναφοράς μέσα στο τοπίο.

Επιπλέον, η ύπαρξη συγκεκριμένης τυπολογίας, με κτίρια που ακολουθούν παρόμοια μορφολογία, χρωματισμούς και υλικά, ενισχύει την οπτική συνοχή του χώρου και επιτρέπει την αναγνωρισιμότητα του «συστήματος» των διβαριών. Η διάταξή τους κατά μήκος των δρόμων συμβάλλει στην οργανωμένη αντίληψη του τοπίου και τα καθιστά τοπόσημα για την περιοχή.

Ωστόσο, παρά τη σημασία τους, τα διβαροφυλάκια και τα διβάρια βρίσκονται σήμερα σε κατάσταση εγκατάλειψης. Η συντήρησή τους είναι ελλιπής ή ανύπαρκτη, με αποτέλεσμα πολλά να έχουν αφεθεί στην τύχη τους. Κάποια είναι ερειπωμένα, ενώ άλλα, ακόμα και αν χρησιμοποιούνται, βρίσκονται σε κακή κατάσταση. Σκουριές, φθορές, βρωμιά και σπασμένα υλικά συνθέτουν μια εικόνα που αποτυπώνει την απουσία φροντίδας.

Η κατάσταση των υποδομών είναι επίσης προβληματική. Οι περισσότεροι δρόμοι πρόσβασης είναι κακοσυντηρημένοι, γεμάτοι λακκούβες και ακατάλληλοι για άνετη ή ασφαλή διέλευση. Εξίσου σημαντικό είναι το ζήτημα της απουσίας αποχετευτικών εγκαταστάσεων, που επηρεάζει την υγιεινή των χώρων και επιβαρύνει το περιβάλλον.

Επιπλέον, δεν υπάρχει καμία σήμανση που να επεξηγεί τι είναι αυτά τα κτίρια και ποιος είναι ο ρόλος τους, γεγονός που δεν βοηθά τους επισκέπτες να κατανοήσουν τη σημασία τους. Έτσι, παρόλο που πρόκειται για χαρακτηριστικά στοιχεία της περιοχής, η ιστορία και η λειτουργία τους παραμένουν άγνωστες στο ευρύ κοινό.

Η χρήση του υπαίθριου χώρου γύρω από τα διβάρια δεν μοιάζει οργανωμένη, με διάσπαρτα αντικείμενα και υποδομές που δεν εξυπηρετούν κάποιον συγκεκριμένο σκοπό. Ίσως θα έπρεπε να εξεταστεί μια πιο συστηματική οργάνωση του χώρου, ώστε να είναι πιο λειτουργικός και ευχάριστος τόσο για τους εργαζόμενους όσο και για τους επισκέπτες.

Ένα ακόμα σημαντικό ζήτημα είναι το μεγάλο πρόβλημα με τα αδέσποτα ζώα στην περιοχή. Πολλά από αυτά δεν σιτίζονται σωστά, είναι συχνά άρρωστα και ταλαιπωρούνται, ενώ ο ανεξέλεγκτος πολλαπλασιασμός τους επιδεινώνει την κατάσταση. Πιθανόν θα έπρεπε να μελετηθεί μια τακτική περιορισμού της αναπαραγωγής των αδέσποτων, ώστε να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα με τρόπο που να διασφαλίζει την ευζωία τους.

Τα δίχτυα που όπως παρουσιάστηκε προστατεύουν στις ζώνες διαχείμασής τα μικρά ψάρια δρουν ταυτόχρονα ως παγίδες για τα πτηνά που βρίσκονται υπό εξαφάνιση. Θα πρέπει να αναζητηθούν εναλλακτικές που να μην φέρνουν τα πτηνά σε κίνδυνο.

Παρά την εγκατάλειψη, τα διβαροφυλάκια συνεχίζουν να επιτελούν τον ρόλο τους ως σταθερά σημεία στο τοπίο, ενισχύοντας τη συλλογική μνήμη και την ταυτότητα της περιοχής. Η σημασία τους δεν είναι μόνο πρακτική αλλά και πολιτιστική, καθώς παραμένουν συνδεδεμένα με την ιστορία και τη δραστηριότητα των αλιευτικών συνεταιρισμών.

Η σημερινή τους κατάσταση αναδεικνύει την ανάγκη για στοχευμένες παρεμβάσεις, τόσο σε επίπεδο αποκατάστασης των κατασκευών όσο και σε βελτίωση των υποδομών. Μια οργανωμένη προσέγγιση θα μπορούσε να τα διατηρήσει και να τα εντάξει σε ένα σύγχρονο πλαίσιο χρήσης, εξασφαλίζοντας όχι μόνο τη λειτουργικότητά τους αλλά και την ανάδειξή τους ως αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτιστικής κληρονομιάς της περιοχής.

Πίνακας που παρουσιάζει τα διβάρια και τα διβαροφυλάκια της περιοχής μελέτης, ανά τμήμα λουρονησίδας
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Περιβαλλοντικό κέντρο Σαλαώρας

Το περιβαλλοντικό κέντρο της Σαλαώρας στεγαζόταν σε ένα ιστορικό κτίριο, το οποίο αρχικά λειτουργούσε ως οθωμανικό τελωνείο της Σαλαώρας όταν η περιοχή αποτελούσε λιμάνι της Άρτας. Το κτίριο αποδίδεται στον Αλή Πασά και χρονολογείται από τα τέλη του 18ου έως τις αρχές του 19ου αιώνα. Περίπου 30 χρόνια πριν, το κτίριο αποκαταστάθηκε και ενισχύθηκε, μετατρεπόμενο σε κέντρο έρευνας και πληροφόρησης με σύγχρονο εξοπλισμό για την παρακολούθηση και ερμηνεία του οικοσυστήματος του Αμβρακικού.

Περιβαλλοντικό κέντρο Σαλαώρας
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Σχέδια Περιβαλλοντικού κέντρου Σαλαώρας
Πηγή: ΠΡΟΜΕΛΕΤΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗΣ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΗΣ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΟΥ ΠΕΤΡΟΚΤΙΣΤΟΥ ΔΙΩΡΟΦΟΥ ΚΤΙΡΙΟΥ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ (ΣΥΝΟΛΙΚΟΥ ΕΜΒΑΔΟΥ 500 m²) ΣΤΗΝ ΚΟΡΩΝΗΣΙΑ ΑΡΤΑΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2012


Αρχιτεκτονικά, το κτίριο φέρει έντονα νεοκλασικά χαρακτηριστικά, όπως η συμμετρική οργάνωση των όψεων και ο κατακόρυφος άξονας που τονίζεται από τις κεντρικές θύρες. Οι όψεις του είναι κατασκευασμένες από εμφανή πέτρα στο ισόγειο, ενώ στον όροφο επικαλύπτονται με χρωματισμένο επίχρισμα και στολίζονται με συμμετρικά ανοίγματα με ανακουφιστικά τόξα. Η στέγη είναι ξύλινη, τετράριχτη, καλυμμένη με ρωμαϊκού τύπου κεραμίδια και διαθέτει μικρά κεντρικά ανοίγματα. Παρόλο που το κέντρο εγκαταλείφθηκε, το 2012 εκπονήθηκε προμελέτη για την ενεργειακή αναβάθμιση και ανακαίνισή του.

Αγροκτηνοτροφικές κατασκευές με βοηθητικό χαρακτήρα

Λόγω της αλιευτικής φυσιογνωμίας του οικισμού, διαμορφώθηκαν σταδιακά κτίσματα και βοηθητικές κατασκευές αλιευτικού αλλά και αγροτοκτηνοτροφικού χαρακτήρα. Πρόκειται για πρόχειρες κατασκευές, από σύρματα, ξύλα, φύλλα γαλβανισμένου χάλυβα ή και άλλου ανθεκτικού υλικού, που λειτουργούν ως ορνιθώνες ή αποθήκες και υπόστεγα για την προστασία μηχανοκίνητων οχημάτων. Οι δομές αυτές, τοποθετούνται είτε δίπλα σε κατοικίες ως βοηθητικές, είτε ανεξάρτητα κατά κανόνα στα όρια των οικισμών.

Οι κατασκευές αυτές παρά τον απλό και εφήμερο χαρακτήρα τους, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι δεν προσαρμόζονται στα δεδομένα του τόπου και μ΄ ένα τρόπο αλλοιώνουν τον χαρακτήρα του οικισμού.

Κατάσταση διατήρησης/ αλλοιώσεις και επεμβάσεις στα κτίρια

Γενικά, στον οικισμό της Κορωνησίας, η πλειοψηφία των ιδιωτικών κτιρίων που βρίσκονται σε χρήση, διατηρούνται σε καλή κατάσταση. Η πληθώρα όμως προσωρινών κατασκευών, και η έλλειψη συντήρησης και σχεδιασμού των δημόσιων εγκαταστάσεων, δίνουν μια αίσθηση εγκατάλειψης στον τόπο.

Είναι προφανές ότι προκειμένου τα κτίρια να λειτουργήσουν με τα σύγχρονα δεδομένα κατοίκησης και να ικανοποιήσουν τις ανάγκες της αγροτικής ζωής δέχτηκαν πολλές επεμβάσεις και προσθήκες, είτε σε άμεση επαφή με το ίδιο το κτίσμα, είτε στον περιβάλλοντα χώρο του. Αυτό, είχε ως αποτέλεσμα να μεταβληθεί η κλίμακα των κτισμάτων και να αλλοιωθεί αισθητά η αρχική μορφή τους, ευδιάκριτη στις περισσότερες περιπτώσεις. Ακόμα, εντοπίζονται και επιμέρους παρεμβάσεις όπως η προσθήκη σύγχρονης καμινάδας ή υπόστεγων χώρων από λαμαρίνα, οι οποίες ωστόσο είναι πιο εύκολα αναστρέψιμες.

Τα λιγοστά κτίρια που έχουν κατασκευαστεί εκ νέου δεν ακολουθούν τον ιστορικό αρχιτεκτονικό χαρακτήρα του τόπου, ωστόσο τα στοιχεία της λιθόκτιστης τοιχοποιίας, της τετράρριχτης στέγης, επιβιώνουν και στις νέες κατασκευές. Επιπλέον διατηρείται έντονα η λογική της προσθήκης όγκων και προσωρινών κατασκευών, στοιχεία που αλλοιώνουν τους αρχικούς ιστορικούς πυρήνες των κτισμάτων και την εικόνα του οικισμού.

Τα κτίρια που συνορεύουν με τον ιερό ναό και αποτελούν τον άμεσο περίγυρό του έχουν απωλέσει τον ιστορικό τους χαρακτήρα και πολλά από αυτά έχουν μεγάλες αλλοιώσεις που υποβαθμίζουν το πιο σημαντικό κομμάτι του οικισμού. Πιο συγκεκριμένα στα βόρεια του βυζαντινού μνημείου κτίσματα έχουν μεταλλικά στέγαστρα, «πανωσηκώματα» που δεν έχουν ολοκληρωθεί και προκαλούν μεγάλη οπτική όχληση στο μνημείο (βλ. εικόνα). Ακόμα η παρόδια στάθμευση μέσα στο οικισμό καθιστά αφιλόξενο το περιβάλλον για τους πεζούς ενώ εμποδίζει την ασφαλή κυκλοφορία άλλων οχημάτων.

Παραδείγματα κτηρίων με έντονες αλλοιώσεις ακριβώς μπροστά στο βυζαντινό μνημείο. Η μόνιμη στάθμευση οχημάτων στον μικρό παράδρομο τον καθιστά απροσπέλαστο
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Αντίστοιχα και τα άλλα κτήρια γύρω από μνημείο προς τα δυτικά και τα νότια όντας νεότερα έχουν ενσωματώσει οριζόντια δώματα και άλλα μορφολογικά στοιχεία άλλης αρχιτεκτονικής που δεν έχουν καμία συγγένεια με το μνημείο είτε με το πνεύμα του τόπου. Καθίσταται δυστυχώς προφανές πως το «κέντρο του οικισμού» αδυνατεί να στοιχειοθετήσει κάποιο παραδοσιακό πυρήνα καθώς τα συνοδά κτήρια του μνημείου δεν μοιράζονται την επιμέλεια και την αρχιτεκτονική ποιότητα του πρώην καθολικού της μονής και του ναού του οσίου Ονουφρίου.

Στον υπόλοιπο οικισμό, όπως φαίνεται και στις αεροφωτογραφίες της ομάδας μελέτης , οι διαφορετικές επιλογές των κατοίκων στην επισκευή, επέκταση και ανακαίνιση των κατοικιών τους αλλά και η απουσία συνεχόμενων αστικών μετώπων δεν προσφέρει κάποια ομοιογένεια ή γραφικότητα που θα αναμέναμε από έναν νησιώτικο παραθαλάσσιο οικισμό. Οι Στέγες αποτελούν το μόνο ενοποιητικό αρχιτεκτονικό στοιχείο.

Τέλος, ιδιαίτερη αναφορά αξίζει να γίνει στην εγκατάλειψη του κτιρίου που φιλοξενούσε το Περιβαλλοντικό Κέντρο Σαλαώρας. Η αρχική θέση του σε ένα από τα πιο ιδιαίτερα σημεία του συμπλέγματος, παρείχε στους επισκέπτες μοναδική θέα στην πανίδα και τη χλωρίδα του Αμβρακικού, καθιστώντας το σημαντικό χώρο ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης για τη φυσική κληρονομιά της περιοχής. Ωστόσο, παρά τις δυνατότητες που προσέφερε το κέντρο για εκπαιδευτικούς σκοπούς και οικοτουρισμό, η έλλειψη συντήρησης και οργάνωσης έχει οδηγήσει σε πλήρη εγκατάλειψή του, γεγονός που αντανακλά τις γενικότερες δυσκολίες διαχείρισης της περιβαλλοντικής κληρονομιάς σε πολλές περιοχές της χώρας.

Χάρτης κατάστασης διατήρησης κτισμάτων
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΧΩΡΟΣ

Δίκτυο δρόμων και μονοπατιών

Ο κεντρικός οδικός άξονας της περιοχής μελέτης είναι η επαρχιακή οδός Άρτας - Κορωνησίας, που εκτείνεται σαν ραχοκοκαλιά από τον Κάμπο της Άρτας, διασχίζοντας τη Σαλαώρα και περνώντας περιφερειακά από τον οικισμό της Κορωνησίας μέχρι την παραλία στο νησί του Απεθαμένου. Πρόκειται για έναν ασφαλτοστρωμένο δρόμο διπλής κυκλοφορίας με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, που διευκολύνει την κίνηση οχημάτων. Δευτερεύοντες δρόμοι, κυρίως χωματόδρομοι, εξασφαλίζουν την πρόσβαση των οχημάτων στις άλλες λουρονησίδες, εξυπηρετώντας τοπικές μετακινήσεις.

Στον οικισμό της Κορωνησίας παρατηρούνται δύο διακριτά συστήματα οδικών δικτύων: το δίκτυο του παλαιότερου ιστορικού πυρήνα και το γεωμετρικά οργανωμένο σύστημα του νεότερου νότιου τμήματος. Το οδικό δίκτυο του ιστορικού πυρήνα αποτελείται από καμπυλόμορφους δρόμους μικρού μήκους, οι οποίοι διακλαδίζονται και συγκλίνουν στον Ιερό Ναό της Παναγίας. Αντίθετα, το νεότερο τμήμα ακολουθεί ένα πιο γραμμικό και κανονικό ρυμοτομικό σύστημα, προσαρμοσμένο σε σύγχρονες προδιαγραφές.

Μονοπάτια
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Και στα δύο συστήματα, συναντώνται ασφαλτοστρωμένοι και χωμάτινοι δρόμοι, με την ασφαλτόστρωση να φαίνεται ημιτελής σε ορισμένα σημεία, αφήνοντας τμήματα του ίδιου δρόμου με διαφορετικές επιστρώσεις. Οι διαφορές ανάμεσα στα δύο οδικά συστήματα είναι ιδιαίτερα εμφανείς στο πλάτος των δρόμων: το πλάτος των δρόμων στον παλαιότερο πυρήνα κυμαίνεται από 2 έως 5 μέτρα, ενώ το πλάτος στο νεότερο τμήμα είναι πιο κανονικό και ευρύχωρο, προσαρμοσμένο στις σύγχρονες ανάγκες κυκλοφορίας.

Στο νεοσύστατο τμήμα του οικισμού το οδικό δίκτυο έχει καλύτερη εικόνα αλλά παρουσιάζει ανομοιογένεια ως προς την ασφαλτόστρωση του. Όπως φαίνεται και στον χάρτη το ασφαλτοστρωμένο τμήμα δεν μοιάζει να είναι αποτέλεσμα κάποιου σχεδιασμού αλλά διακόπτεται σε τυχαίες θέσεις προκαλώντας σύγχυση και ανομοιομορφία στο χώρο.

Απόψεις από το μονοπάτι Αγίου Ονουφρίου
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Την περιοχή διατρέχει ένα ευρύτερο περιπατητικών διαδρομών . Η πεζοπορική διαδρομή του Αγίου Ονουφρίου αποτελεί μια μοναδική εμπειρία που αναβιώνει την ιστορία του Αγίου και συνδέει τους επισκέπτες με το φυσικό και πολιτιστικό τοπίο της Κορωνησίας. Πρόκειται για μια κυκλική διαδρομή που διασχίζει τα τρία νησιά του συμπλέγματος της Κορωνησίας, προσφέροντας ένα πολυδιάστατο ταξίδι μέσα από τη φύση και την ιστορία.

Η διαδρομή ξεκινά περιμετρικά του οικισμού της Κορωνησίας, περνά από το νεκροταφείο και οδηγεί τους πεζοπόρους στη λουρονησίδα που ενώνει το Νησί του Απεθαμένου με το Πέρα Νησί. Στο Πέρα Νησί, οι πεζοπόροι ακολουθούν ένα παραθαλάσσιο τμήμα κατά μήκος της ακρογιαλιάς, απολαμβάνοντας τη θέα και την αίσθηση της θάλασσας, προτού διασχίσουν το νησί μέσα από ένα κατάφυτο κομμάτι. Από εκεί, οι ομορφότερες θέες στον Αμβρακικό κόλπο συνοδεύουν τους επισκέπτες, προσφέροντας στιγμές ηρεμίας και φυσικής ομορφιάς.

Χάρτης οδικού δικτύου
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Η τελευταία φάση της διαδρομής ακολουθεί τη λουρονησίδα που περικυκλώνει τη λιμνοθάλασσα Σακουλέτσι και κατευθύνεται προς τη μαρίνα. Το τελευταίο τμήμα επηρεάζεται από τις πλημμυρίδες και την άμπωτη, κάνοντάς το μη προσβάσιμο όλες τις ώρες της ημέρας. Σε κάποιες περιόδους, οι πεζοπόροι πρέπει να διασχίσουν ένα ρηχό κομμάτι της θάλασσας, προσθέτοντας μια ενδιαφέρουσα και εναλλακτική εμπειρία στην περιπέτειά τους.

Αυτό το μονοπάτι προσφέρει όχι μόνο μια φυσική αλλά και μια πολιτιστική διαδρομή, συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν και επιτρέποντας στους επισκέπτες να ανακαλύψουν τις ομορφιές του τόπου, καθώς και να νιώσουν την αύρα της παράδοσης.

Λειτουργία δημόσιου χώρου

Χάρτης δημόσιου χώρου
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Πλατεία της Εκκλησίας και περιβάλλον χώρος

Ο Ιερός Ναός περιβάλλεται από μικρά πλατώματα. Τα ερείπια του μοναστηριού με το ελαιοτριβείο, το πλάτωμα του παλιού σχολείου, ο χώρος του παλιού νεκροταφείου με το βάθρο για τον επιτάφειο συγκροτούν μια ενιαία ενότητα γύρω από το βυζαντινό μνημείο. Σε αυτούς επεκτείνεται η δραστηριότητα του Ιερού Ναού. Πίσω από τον Ναό κατασκευάστηκε κυκλικός χώρος με βαθμίδες σαν μικρό αμφιθέατρο που χρησιμοποιείται και ως χώρος στάθμευσης.

Τα δάπεδα αποτελούν ένα μωσαϊκό από πλακοστρώσεις τμήματα με χαλίκι και παρτέρια με χώμα.

Αεροφωτογραφία της πλατείας της εκκλησίας
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Μαρίνα και παράκτια πλατεία

Στην είσοδο του οικισμού έχει κατασκευαστεί μια μαρίνα για την προσάραξη σκαφών. Μεταξύ της μαρίνας και του κεντρικού δρόμου διαμορφώθηκε μια πλατεία, η οποία χωρίζεται σε δύο ενότητες: τη βόρεια που εφάπτεται της θάλασσας και τη νότια που συνδέεται με τη μαρίνα.

Ο σχεδιασμός της πλατείας περιλαμβάνει εκτεταμένα, ανοιχτά τμήματα με σκληρό δάπεδο, τα οποία δεν προσφέρουν άνεση σε ηλιόλουστες μέρες. Επίσης, μεγάλα παρτέρια κοντά στη θάλασσα δυσχεραίνουν την πρόσβαση των πεζών προς την ακτή. Τα λιγοστά παγκάκια έχουν τοποθετηθεί ακτινικά σε έναν κύκλο στο κέντρο του χώρου σε μια ανόργανη σχέση με το τοπίο.

Ένα σημαντικό μέρος αυτού του δημόσιου χώρου νοικιάζεται από τις γειτονικές ταβέρνες για τραπεζοκαθίσματα. Ωστόσο, η τοποθέτησή τους δεν είναι οργανωμένη, με αποτέλεσμα να δίνεται μια εικόνα ακαταστασίας στον χώρο.

Στο κέντρο της πλατείας υπάρχει ένας μικρός περιφραγμένος χώρος για παιδική χαρά. Λίγη διάσπαρτη βλάστηση από ευκαλύπτους προσφέρει κάποια σκιά, αν και είναι περιορισμένη.

Η μαρίνα, πέρα από τη λειτουργία της ως λιμάνι, προσφέρει ενδιαφέρουσες θέες προς τα τοπικά μνημεία και την κορυφογραμμή των γύρω νησιών, εμπλουτίζοντας την εμπειρία του χώρου.

Άποψη της μαρίνας
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Μεγάλο πλάτωμα βάθρο-γήπεδο-Κύμα cafe

Νότια της μαρίνας εκτείνεται ένας μεγάλος ανοιχτός χώρος, ο οποίος συνορεύει στα βόρεια με τον κεντρικό δρόμο, στα όρια του οικισμού, και στα δυτικά με τη δυτική παραλία της Κορωνησίας. Στον χώρο αυτόν υπάρχουν τρεις κύριες κατασκευές: ένα βάθρο με τρεις βαθμίδες, ένα γήπεδο ποδοσφαίρου, και το καφέ «Κύμα». Οι τρεις αυτές εγκαταστάσεις δεν φαίνεται να έχουν κάποια ιδιαίτερη σχέση μεταξύ τους ή με το περιβάλλον τους.

Ένα ενδιαφέρον στοιχείο της περιοχής είναι η συστάδα ψηλών δέντρων, η οποία καθορίζει τα βόρεια όρια του χώρου, δίπλα στον κεντρικό δρόμο. Ο ανοιχτός αυτός χώρος χρησιμοποιείται κυρίως για μεγάλες δημόσιες συγκεντρώσεις σε ειδικές εκδηλώσεις, όπως το πέταγμα του αετού ή οργανωμένες κολυμβητικές δραστηριότητες. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια του υπόλοιπου χρόνου, ο χώρος φαίνεται να είναι αχρησιμοποίητος και αποκομμένος από το υπόλοιπο τοπίο, προσδίδοντας μια αίσθηση αποσύνδεσης από τον ευρύτερο περιβάλλοντα χώρο.

Άποψη από το μεγάλο πλάτωμα
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Ελαιώνας

Στην καρδιά του νησιού της Κορωνησίας δεσπόζει ο ιστορικός ελαιώνας, ένας χώρος μοναδικής φυσικής και πολιτιστικής σημασίας. Οι αιωνόβιες, ψηλές ελιές του ελαιώνα παρείχαν λάδι από την εποχή της ίδρυσης του βυζαντινού μοναστηριού, αποτελώντας ζωντανή σύνδεση με το παρελθόν. Ο ελαιώνας εκτείνεται ανάμεσα στον παλαιό οικισμό και το νεότερο τμήμα, ενώ ένας χωματόδρομος τον διασχίζει, διαχωρίζοντάς τον σε δύο ενότητες. Τα εντυπωσιακά, επιβλητικά δέντρα του συνθέτουν ένα φυσικό μνημείο που δίνει στο τοπίο ιδιαίτερο χαρακτήρα. Στον χώρο αυτό έχει επιτραπεί η κατασκήνωση κατά τη διάρκεια ειδικών εκδηλώσεων, ενισχύοντας τη σύνδεση της κοινότητας με τη φυσική της κληρονομιά.

Άποψη από τον ελαιώνα
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Χάρτης δημόσιου χώρου
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Χώρος Αθλητικών εγκαταστάσεων

Στα νότια του οικισμού, το πολεοδομικό σχέδιο προέβλεψε μια μεγάλη αδόμητη έκταση για αθλητικές εγκαταστάσεις, η οποία αντιστοιχεί σε ένα ξέφωτο του πρώην ελαιώνα, όπως αναφέρεται στο αντίστοιχο κεφάλαιο. Στον ευρύ αυτόν γρασίδινο δημόσιο χώρο, υπάρχει σήμερα ένα γήπεδο μπάσκετ στη βόρεια γωνία του, ενώ δέντρα είναι διάσπαρτα κατά μήκος της περιμέτρου του. Το μέγεθος του χώρου είναι δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με τα λίγα σπίτια της περιοχής, ενισχύοντας την αίσθηση του κενού. Εκτός από τη δραστηριότητα του πετάγματος χαρταετού, ο χώρος προσφέρεται για αθλητικές εκδηλώσεις που απαιτούν μεγάλη έκταση. Ωστόσο, δεν διαθέτει υποδομές, όπως κερκίδες ή εγκαταστάσεις υγιεινής, ώστε να φιλοξενήσει οργανωμένες αθλητικές διοργανώσεις.

Άποψη από τον χώρο αθλητικών εγκαταστάσεων
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Πάρκο της Κούλιας

Λίγο νοτιότερα και γύρω από το αναστηλωμένο Φρούριο της Κορωνησίας, που δεσπόζει στην περιοχή, βρίσκεται ένας τριγωνικός δημόσιος χώρος πρασίνου. Εκεί υπάρχουν τρία πλακόστρωτα μονοπάτια που οδηγούν στο μνημείο, με το βόρειο μονοπάτι να είναι το μεγαλύτερο και πιο εντυπωσιακό, καθώς κατευθύνεται προς την είσοδο του φρουρίου. Στον προαύλιο χώρο υπάρχει πινακίδα ενημέρωσης για την ψηφιακή εφαρμογή των μνημείων της Άρτας, προσφέροντας χρήσιμες πληροφορίες στους επισκέπτες. Το τριγωνικό αυτό πάρκο περιβάλλεται από δρόμους, εκ των οποίων μόνο ο ένας είναι ασφαλτοστρωμένος, ενώ οι υπόλοιποι παραμένουν χωματόδρομοι.

Παραλίες

Οι παραλίες της Κορωνησίας είναι τέσσερις, όλες στον Αμβρακικό κόλπο και όχι στη λιμνοθάλασσα (που είναι προστατευόμενη περιοχή), αν και υπάρχουν και άλλα σημεία για κολύμπι. Η πρώτη παραλία βρίσκεται στην είσοδο του οικισμού, με θέα προς τη δύση. Προσφέρει αρκετό χώρο για λουόμενους, αλλά η ποιότητα της άμμου και η αισθητική της έχουν υποβαθμιστεί, ιδίως μετά την κατασκευή της μαρίνας.

Η επόμενη δυτική παραλία, κοντά στη μαρίνα, διαθέτει εκτενή χώρο στάθμευσης στον μεγάλο, ανοιχτό χώρο δίπλα της και εξυπηρετείται από το καφέ «Κύμα». Στα ρηχά νερά της διεξάγονται θαλάσσιες αθλητικές δραστηριότητες, όπως το kite surfing. Και στις δύο αυτές παραλίες, οι επισκέπτες μπορούν να απολαύσουν το ηλιοβασίλεμα.

Η τρίτη παραλία βρίσκεται στην ανατολική πλευρά, πάνω σε λουρονησίδα. Εκεί λειτουργεί καντίνα και παρέχονται ντους και χώροι υγιεινής. Πρόκειται για την πιο δημοφιλή παραλία της περιοχής, ενώ η απόστασή της από τα σπίτια εξασφαλίζει ότι ο θόρυβος από τη μουσική δεν διαταράσσει την κατοικημένη ζώνη.

Τέλος, μια μικρότερη παραλία βρίσκεται στην άλλη άκρη του νησιού του Απεθαμένου, προσβάσιμη μέσω χωματόδρομου και κατάλληλη και για αυτοκίνητα. Η παραλία αυτή προσφέρει έντονη αίσθηση απομόνωσης από το ανθρωπογενές περιβάλλον και την εμπειρία του να βρίσκεται κανείς περιτριγυρισμένος από το νερό. Δεν υπάρχει αρκετός χώρος στάθμευσης πάνω στην λουρονησίδα, οπότε χρησιμοποιείται ο ανοιχτός χώρος γύρω από το νεκροταφείο.

Άποψη της παραλίας
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Πέρα Νησί – Νησί Απεθαμένου

Τα δυο ακατοίκητα νησιά του συμπλέγματος προσφέρουν μικρές όμορφες παραλίες και κατάφυτο εσωτερικό για πεζοπορίες. Μέσω της πρόσβασης του αυτοκινήτου στην λουρονησίδα μεταξύ τους υπάρχει εύκολη πρόσβαση σε ένα καταπληκτικό σημείο όπου η φύση κυριαρχεί. Το νερό βρίσκεται παντού γύρω. Επιπλέον από εδώ κανείς μπορει να δει τις μικρές νησίδες προς τα νότια, μια από τις οποίες κατοίκησε ο Άγιος Ονουφριος.

Άποψη από το Πέρα νησί
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Χώροι στάθμευσης

Στην περιοχή μελέτης δεν υπάρχει οργανωμένος χώρος στάθμευσης. Ωστόσο, εντοπίζονται διάσπαρτοι κενοί χώροι που χρησιμοποιούνται άτυπα για τη στάθμευση, καθώς και παρόδια στάθμευση στα σημεία όπου το οδικό δίκτυο το επιτρέπει. Πιο συγκεκριμένα, από βορρά προς νότο, οι κυριότεροι χώροι στάθμευσης είναι οι εξής:

Θέσεις ανοργάνωτης στάθμευσης
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


  • Σαλαώρα (Λιμάνι και Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης): Η στάθμευση παρατηρείται μπροστά από το λιμάνι της Σαλαώρας, ενώ ένα πλάτωμα δυτικά του πρώην Κέντρου Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης εξυπηρετεί επιπλέον λίγα οχήματα.
  • Παραλία στις Εκβολές του Τεχνικού Καναλιού Άρδευσης (Δυτικά της Σαλαώρας): Αυτή η περιοχή καταλαμβάνεται συχνά από οχήματα είτε των λουόμενων είτε λόγω αλιευτικών δραστηριοτήτων (επαγγελματικών ή ερασιτεχνικών). Τα οχήματα σταθμεύουν απευθείας πάνω στην άμμο και τα όστρακα κοντά στο νερό, χωρίς καμία προστασία ή οργάνωση.
  • Κεντρικός Δρόμος Κορωνησίας-Σαλαώρας: Τους καλοκαιρινούς μήνες, παρατηρείται έντονη παρόδια στάθμευση κατά μήκος του κεντρικού δρόμου που συνδέει την Κορωνησία με τη Σαλαώρα, κυρίως στα σημεία με ήπια παραλία που επιτρέπουν την κολύμβηση. Η στάθμευση σε αυτά τα σημεία μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα, καθώς το πλάτος του δρόμου δεν επαρκεί. Η απουσία οποιασδήποτε σήμανσης ή οργάνωσης της στάθμευσης συμβάλλει επίσης σε προβλήματα ορατότητας και πρόσβασης για τους πεζούς και τους οδηγούς.
  • Περιοχή της Μαρίνας (Κορωνησία): Εδώ υπάρχει δυνατότητα στάθμευσης σε διάφορα σημεία κατά μήκος του παράκτιου δρόμου. Συγκεκριμένα, όπως φαίνεται και στον χάρτη, οι ανεπαρκώς οργανωμένοι χώροι στάθμευσης βρίσκονται σε τρία σημεία. Ο μεγαλύτερος χώρος, μπροστά από τον νότιο βραχίονα της μαρίνας, μπορεί να φιλοξενήσει και λεωφορεία, ενώ όταν είναι άδειος επιτρέπει και την αναστροφή τους. Ο Δρόμος που ενώνει την Μαρίνα με την Παναγία της Κορωνησίας παραλαμβάνει εκτός από οχήματα έντονη κυκλοφορία πεζών οι οποίοι σταθμεύουν στην Μαρίνα και ανηφορίζουν πεζοί για να επισκεφτούν η να μετέχουν στα μυστήρια της Βυζαντινής εκκλησίας (Πανηγύρια, γάμοι, βαφτίσεις, λειτουργίες). Εναλλακτικά υπάρχει μικρός χώρος στάθμευσης σε ένα μικρό πλάτωμα πισω από το Ιερό της Εκκλησίας. Εκεί χωρούν μια ντουζίνα αυτοκίνητα που ικανοποιεί της καθημερινές ανάγκες του ναού.
  • Πλάτωμα Νοτιοανατολικά της Μαρίνας: Ο χώρος του μεγάλου πλατώματος νοτιοανατολικά της μαρίνας, γύρω από το γήπεδο ποδοσφαίρου και το καφέ «Κύμα», χρησιμοποιείται επίσης για στάθμευση. Αυτός ο χώρος εξυπηρετεί τους επισκέπτες των γειτονικών εγκαταστάσεων και αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα ανοιχτά σημεία στάθμευσης στην περιοχή.
  • Ανατολική παραλία μεταξύ Νησιού Απεθαμένου και Κορωνησίας: Στην περιοχή μπροστά από την παραλία, όπου λειτουργεί καντίνα, υπάρχει μεγαλύτερη κυκλοφορία οχημάτων κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, με τη στάθμευση να αυξάνεται σημαντικά στην τουριστική περίοδο.
  • Παρόδια στάθμευση στον οικισμό της Κορωνησίας: Στα πλατώματα του οικισμού και σε αστικά κενά παρατηρείται μόνιμη κατάληψη του χώρου από σταθμευμένα αυτοκίνητα ή άλλα τροχοφόρα.

Θέσεις οργανωμένης στάθμευσης
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Θέσεις ανοργάνωτης στάθμευσης
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Θέσεις στάθμευσης
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Θέσεις στάθμευσης
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Συμπερασματικά, είναι ξεκάθαρη η ανάγκη για καθορισμό και οργάνωση των χώρων στάθμευσης, ιδιαίτερα για τους επισκέπτες και τους λουόμενους. Η αυξανόμενη επισκεψιμότητα απαιτεί σαφή σήμανση και κατάλληλα διαμορφωμένους χώρους στάθμευσης που θα αποτρέπουν την ανεξέλεγκτη χρήση των κοινόχρηστων περιοχών. Επιπλέον, είναι κρίσιμο να απαγορευτεί η παρόδια στάθμευση κατά μήκος της λουρονησίδας, καθώς η μείωση του διαθέσιμου πλάτους του δρόμου μπορεί να προκαλέσει κυκλοφοριακά προβλήματα, δυσχεραίνοντας την ασφαλή διέλευση των οχημάτων και περιορίζοντας την πρόσβαση των έκτακτων υπηρεσιών.

ΔΙΚΤΥΑ ΚΑΙ ΥΠΟΔΟΜΕΣ

Η Κορωνησία διαθέτει σύστημα δικτύων και υποδομών, που έχει αναπτυχθεί ταυτόχρονα με την εξέλιξη του οικισμού, για να καλύψει τις ανάγκες των κατοίκων, σύμφωνα πάντα και με τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις της περιοχής. Τα δίκτυα και οι υποδομές είναι δομημένα έτσι ώστε να εξυπηρετούν τις λειτουργικές ανάγκες κατοίκων και επισκεπτών, ενώ παράλληλα να ενισχύουν την προστασία και ανάδειξη της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς του οικισμού.

Λιμάνι-Μαρίνα

Το λιμάνι της Κορωνησίας λειτουργεί ως κεντρικό σημείο σύνδεσης του οικισμού με τη θαλάσσια δραστηριότητα και αποτελεί βασική υποδομή για την τοπική αλιευτική κοινότητα. Κατασκευάστηκε τη δεκαετία του 1990, με στόχο την ανάπτυξη του τουρισμού και την εξυπηρέτηση των αλιευτικών δραστηριοτήτων της περιοχής. Η κατασκευή του συνέβαλε στην ενίσχυση της τοπικής οικονομίας και στην προσέλκυση επισκεπτών, προσφέροντας σύγχρονες υποδομές για σκάφη αναψυχής και αλιευτικά. Ο χώρος της μαρίνας υποστηρίζει την πρόσδεση και την ασφάλεια των αλιευτικών και μικρών σκαφών που επισκέπτονται την περιοχή. Το λιμάνι είναι εξοπλισμένο με βασικές εγκαταστάσεις που εξυπηρετούν αλιείς και επισκέπτες, όπως σημεία παροχής νερού και ηλεκτρικής ενέργειας.

Λιμάνι Σαλαώρας

Το λιμάνι της Σαλαώρας στον Αμβρακικό Κόλπο, υπήρξε ιστορικά ένα από τα σημαντικότερα διαμετακομιστικά κέντρα της Ηπείρου. Σήμερα, στη θέση του παλαιού λιμανιού, υπάρχει μια μικρή προβλήτα με φάρο, ενώ το παλαιό τελωνείο έχει μετατραπεί σε Κέντρο Έρευνας και Πληροφόρησης Σαλαώρας. Η περιοχή προσφέρει επίσης δυνατότητες για παρατήρηση πουλιών, καθώς βρίσκεται κοντά στις λιμνοθάλασσες Τσουκαλιό και Λογαρού, που φιλοξενούν πλούσια ορνιθοπανίδα.

Φάρος

Ο φάρος της Σαλαώρας αποτελεί χαρακτηριστικό σημείο αναφοράς για την πλοήγηση στον Αμβρακικό κόλπο και έχει σημαντικό ρόλο στην ασφάλεια της ναυσιπλοΐας.

Άποψη από το Λιμάνι και το Φάρο της Σαλαώρας
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Αστικός εξοπλισμός

Ο αστικός εξοπλισμός του οικισμού της Κορωνησίας περιλαμβάνει βασικές υποδομές για την εξυπηρέτηση των καθημερινών αναγκών κατοίκων και επισκεπτών της περιοχής. Πιο συγκεκριμένα, στο δημόσιο χώρο έχουν τοποθετηθεί καθίσματα, στέγαστρα και κάδοι απορριμμάτων σε κεντρικά σημεία του οικισμού, ενώ το δίκτυο των πεζοδρομίων διευκολύνει την πρόσβαση στα σημαντικά σημεία του οικισμού, όπως η εκκλησία, το λιμάνι κ.α. Παράλληλα έχουν κατασκευαστεί και λειτουργούν μικρά πάρκα και χώροι πρασίνου. Πινακίδες σήμανσης έχουν τοποθετηθεί σε στρατηγικά σημεία, κατά την είσοδο καθώς και κατά μήκος των κύριων διαδρομών για να διευκολύνουν τους επισκέπτες στην πλοήγησή τους στον οικισμό και στους χώρους ενδιαφέροντος. Περιλαμβάνουν πληροφορίες για τοπικά αξιοθέατα, όπως για την Παναγία της Κορωνησίας, την Κούλια, τις λιμνοθάλασσες, τα διβάρια και την πρόσβαση στις παραλίες και άλλα σημεία ενδιαφέροντος.

Δίκτυα Κοινής Ωφέλειας

  • Δίκτυο Ύδρευσης – Άρδευσης: Η περιοχή υδρεύεται με δίκτυο νερού που έρχεται από την ενδοχώρα, μέσω της λουρονησίδας που συνδέει την Κορωνησία με το Φιδόκαστρο.
  • Δίκτυο Όμβριων Υδάτων: Τα όμβρια ύδατα απάγονται χωρίς πρόβλημα με φυσική απορροή στο περιβάλλον.
  • Δίκτυο Αποχέτευσης: Δεν υπάρχει κεντρικό δίκτυο αποχέτευσης. Τα λύματα κάθε κτιρίου καταλήγουν σε παρακείμενο απορροφητικό βόθρο. Λόγω του μικρού όγκου λυμάτων, δεν υφίσταται αρνητική περιβαλλοντική επίπτωση.
  • Δίκτυο Ηλεκτροδότησης / Φωτισμός (λειτουργικός και ανάδειξης): Υπάρχει εναέρια γραμμή μεταφοράς ρεύματος προς τον οικισμό, που φτάνει σε αυτόν μέσω της λουρονησίδας που συνδέει την Κορωνησία με το Φιδόκαστρο. Το ζήτημα που προκύπτει ωστόσο λόγω της εναέριας σύνδεσης, αφορά στην ασφάλεια της τοπικής πανίδας, καθώς μεγάλα πουλιά, όπως αργυροπελεκάνοι και αετοί, συχνά συγκρούονται με τα καλώδια, γεγονός που δημιουργεί περιβαλλοντικά προβλήματα αλλά και κινδύνους διακοπών στο δίκτυο. Λόγω των περιστατικών, έχει προταθεί από τον Ο.ΦΥ.ΠΕ.Κ.Α. η υπογειοποίηση του δικτύου, στο συγκεκριμένο τμήμα, ώστε να μειωθούν οι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι και να διασφαλιστεί η αδιάλειπτη παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στον οικισμό.Εντός του οικισμού το δίκτυο διακλαδώνεται, με στύλους ηλεκτροδότησης να τοποθετούνται σε κεντρικά σημεία του. Λειτουργικός φωτισμός υπάρχει στους κεντρικούς δρόμους και κτίρια, καθώς και φωτισμός ανάδειξης σημαντικών σημείων, όπως το λιμάνι και η εκκλησία.
  • Δίκτυο Τηλεπικοινωνιών: Ο οικισμός εξυπηρετείται από σύγχρονο τηλεπικοινωνιακό δίκτυο που καλύπτει τις ανάγκες σύνδεσης

Φωτογραφία της λουρονησίδας που οδηγεί στο Φιδόκαστρο
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.


Υπηρεσίες

Η τροφοδοσία του οικισμού γίνεται από καταστήματα σε κοντινά οικιστικά κέντρα, καθώς δεν υπάρχουν εμπορικές χρήσεις. Οι κάτοικοι ταξιδεύουν στην έδρα το Δήμου ή σε πλησιόχωρους μεγαλύτερους οικισμούς για την εξυπηρέτησή τους. Το κτίριο του σχολείου λειτουργεί ως ιατρείο – χώρος επίσκεψης την ημέρα που επισκέπτεται τον οικισμό ο αγροτικός γιατρός.

Φωτογραφία του υπέργειου δικτυου ηλεκτροδότησης που ακολουθει πορεία προς το βορρά και την Αρτα πριν φτάσει στο Φιδόκαστρο
Πηγή: Ομάδα μελέτης, 2024.