Οι υγρότοποι θεωρούνται, σε παγκόσμια κλίμακα, αναντικατάστατοι φυσικοί πόροι με μεγάλη οικονομική, πολιτιστική, επιστημονική αξία, καθώς και αξία αναψυχής, ενώ προστατεύονται από διεθνείς συμβάσεις, ευρωπαϊκές οδηγίες και εθνικές νομοθεσίες. Κατέχουν σημαίνουσα θέση στην ιεραρχία των στοιχείων της παράκτιας βιοποικιλότητας, καταλαμβάνουν το 6,4% της επιφάνειας της γης και συνεισφέρουν τις μισές οικοσυστημικές υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων; του ελέγχου και ρύθμισης των πλημμυρικών και την ελάττωση των διαβρωτικών φαινομένων, τον εμπλουτισμό του υδροφόρου ορίζοντα και τη βελτίωση της ποιότητας των υδάτων, την προστασία των ακτών, τη διατήρηση μοναδικών αυτόχθονων οργανισμών και παρέχουν πολιτιστικούς, ψυχαγωγικούς και εκπαιδευτικούς πόρους κλπ. Αποτελούν, δε, βασικά στοιχεία στις στρατηγικές προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή, αφού μπορούν και μετριάζουν τις συνέπειες των φυσικών καταστροφών, την επικινδυνότητα από επιβλαβείς οργανισμούς και ασθένειες, συμβάλλοντας καταλυτικά στη ρύθμιση του κλίματος και ως εκ τούτου στην προσαρμογή στην σχετική αλλαγή.
Ο όρος υγρότοπος αναφέρεται στα οικοσυστήματα των οποίων οι διεργασίες (φυσικές, χημικές, βιολογικές) και οι λειτουργίες κυριαρχούνται και ρυθμίζονται κυρίως από το νερό. Ο ευρύτερα διαδεδομένος ορισμός είναι αυτός που αναφέρεται στη Σύμβαση Ramsar (1971): «ως υγρότοποι ορίζονται οι φυσικές ή τεχνητές περιοχές αποτελούμενες από έλη γενικώς (marsh), από μη αποκλειστικώς ομβροδίαιτα έλη με τυρφώδες υπόστρωμα (fen), από τυρφώδεις γαίες (peatland) ή από νερό. Οι περιοχές αυτές είναι μονίμως ή προσωρινώς κατακλυζόμενες με νερό το οποίο είναι στάσιμο ή ρέον, γλυκό, υφάλμυρο ή αλμυρό, περιλαμβάνουν δε και εκείνες που καλύπτονται από θαλασσινό νερό, το βάθος του οποίου κατά τη άμπωτη δεν υπερβαίνει τα έξι μέτρα». Σύμφωνα με τη Σύμβαση (άρθρο 2) στους υγροτόπους μπορεί να περιλαμβάνονται και οι παρόχθιες ή παράκτιες ζώνες που γειτονεύουν με υγροτόπους ή με θαλάσσιες υδατοσυλλογές που έχουν μεν βάθος μεγαλύτερο των έξι μέτρων κατά την άμπωτη, όμως βρίσκονται μέσα στα όρια του υγροτόπου.
Πέραν των οικολογικών τους αξιών, οι υγρότοποι, εμπεριέχουν και πολλαπλά άμεσα οφέλη για τον ίδιο τον άνθρωπο και την κοινωνία. Εκτός από βιολογικά, κλιματικά, υδρευτικά, αρδευτικά, αντιπλημμυρικά και άλλα οφέλη, οι υγρότοποι αποτελούν ιδανικό μέρος για την άσκηση αλιευτικών και κτηνοτροφικών δραστηριοτήτων, ενώ οι λιμνοθάλασσες με κατάλληλη αξιοποίηση, πληρούν βασικές προϋποθέσεις για την παραγωγή ποσοτήτων εμπορεύσιμων ψαριών, αφού προσφέρουν μεγάλη επάρκεια χώρων αναπαραγωγής και ελεύθερης μετακίνησης των ιχθυοπληθυσμών. Επιπρόσθετα, οι υγρότοποι προσφέρουν στον άνθρωπο ένα ξεχωριστό περιβάλλον για αναψυχή, οικοτουρισμό, παρατήρηση πουλιών και φυτών, ερασιτεχνική αλιεία, αθλήματα συνδεόμενα με το υγρό στοιχείο, ενώ αποτελούν ένα πρόσφορο πεδίο επιστημονικής έρευνας και εκπαίδευσης. Εμπεριέχουν επίσης πολιτιστικές αξίες, που σχετίζονται με τη σύνδεσή τους με τη μυθολογία, την ιστορία και λαογραφία της περιυγροτοπικής περιοχής, την ύπαρξη αρχαιολογικών μνημείων, τις παραδοσιακές οικονομικές δραστηριότητες κλπ.
Το σύμπλεγμα τη Κορωνησίας , αναπτύσσεται στο βόρειο τμήμα του Αμβρακικού κόλπου όπου το εκτεταμένο δελταϊκό σύμπλεγμα των δύο ποταμών Λούρου και Αράχθου δημιούργησαν τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά του τόπου. Εντός του δέλτα σχηματίζονται οι Λιμνοθάλασσες Ροδιά, Τσουκαλιό, Λογαρού. Τα ακριβή όρια των λιμνοθαλασσών είναι ασαφή και εξαρτώνται από την εποχή του έτους, τις κλιματικές συνθήκες και άλλες παραμέτρους. Στην ίδια περιοχή εμφανίζονται αμμώδεις λουρονησίδες, στενές λουρίδες τοξοειδούς σχήματος οι οποίες οφείλουν τη δημιουργία τους στη δράση των κυμάτων και οριοθετούν τις λιμνοθάλασσες. Μορφολογικά και λιθολογικά ξεχωρίζουν στην περιοχή ο λόφος Σαλαώρας, η Κορωνησία και οι νησίδες Βούβαλος, Διαπόρι, Βλάχος, Βισβάρα και Νησοπούλα. Εκτός της Κορωνησίας και της Σαλαώρας που έχουν διαμορφωθεί με οδικό δίκτυο μεταξύ τους ,οι άλλες νησίδες είναι ακατοίκητες. Η Κορωνησία κατέχει μία έκταση 270 στρεμμάτων.
Η γεωμορφολογία τη περιοχής παρουσιάζει ενδιαφέρον. Δύο λωρίδες γης την συνδέουν με την βόρεια ακτή του Αμβρακικού, δημιούργημα των ποτάμιων διαδρομών που χυνόταν στον κόλπο. Η πρώτη λωρίδα γης, με κατεύθυνση βορειοδυτική (γνωστή ως «ράμμα» Σαλαώρας) συνδέει την Κορωνησία με τον όρμο της Σαλαώρας και διαμορφώνει την ακτή Ράμμα Σαλαώρας, και η δεύτερη με κατεύθυνση βορειοανατολική τη συνδέει με το Φιδόκαστρο (Άμβρακος) και δεν είναι αμαξιτή. Οι δύο λωρίδες γης οριοθετούν την λιμνοθάλασσα της Λογαρούς, που συνδέεται άμεσα με την υπό εξέταση περιοχή. Στα νότια και νοτιοανατολικά υπάρχουν δύο νησάκια που συνδέονται μεταξύ τους αλλά και με τον λόφο της Κορωνησίας με αμμώδεις λωρίδες. Πρόκειται για το Περανήσι και τη νησίδα Αποθαμένοι και σχηματίζουν μεταξύ τους μία μικρότερη λιμνοθάλασσα το Σακολέτσι που φαίνεται ότι στο παρελθόν ήταν προέκταση της Λογαρούς. Η βορειοδυτική λωρίδα διαμορφώνει την μοναδική επικοινωνία της Κορωνησίας με την απέναντι ακτή και συγκεκριμένα με τον όρμο της Σαλαώρας μέσω αμαξιτού δρόμου (κατασκευής δεκαετία του 1960), επί της φυσικής διαμόρφωσης του «ράμματος», και διαμορφώνει την ομώνυμη ακτή μήκους 2.700 μ.
Το οικοσυστημικό σύμπλεγμα των υγροτόπων του Αμβρακικού κόλπου, όπως έχει ήδη αναφερθεί, τον καθιστά ένα από τους σημαντικότερους και μεγαλύτερους υγροτόπους της νότιας Ευρώπης, αποτελεί δε μια από τις σπουδαιότερες από άποψη βιοποικιλότητας παράκτιες ζώνες της Ελλάδας που χρήζει ιδιαίτερης μεταχείρισης και διαχείρισης. Η μεγάλη βιολογική, οικολογική, αισθητική, επιστημονική, γεωμορφολογική και παιδαγωγική αξία της περιοχής έχει αναγνωριστεί πολλαπλώς, ενώ εντάχθηκε σε καθεστώς προστασίας στο πλαίσιο πληθώρας συνθηκών και αποφάσεων:
Η Κ.Υ.Α. 30027/1193/1990 (ΦΔΚ 194/Β΄/23.3.1990) «Μέτρα για την προστασία του υγροβιότοπου του Αμβρακικού κόλπου και της Ευρύτερης περιοχή του», αποτέλεσε την πρώτη κανονιστική πράξη αλλά και ρυθμιστικό έγγραφο προστασίας του Αμβρακικού. Στο άρθρο 2 ορίστηκαν και οροθετήθηκαν τρεις ζώνες προστασίας (Α, Β και Γ), ενώ στο άρθρο 3 καθοριστήκαν οι όροι και περιορισμοί στην εγκατάσταση και άσκηση δραστηριοτήτων σε κάθε μια από αυτές, τόσο στη χερσαία όσο και στη θαλασσιά έκταση που καταλαμβάνει. Ο Φορέας Διαχείρισης Υγροτόπων Αμβρακικού ιδρύθηκε με τον νόμο Ν. 3044/2002 (ΦΕΚ 197/Α΄) , με σκοπό τη διοίκηση και διαχείριση της προστατευόμενης Περιοχής ευθύνης του. Το 2018, μετονομάζεται σε Φορέα Διαχείρισης Αμβρακικού Κόλπου – Λευκάδας (Ν.4519/2018), με έδρα την Άρτα, τα όρια της αρμοδιότητας του οποίου επεκτάθηκαν στις περιοχές του Natura 2000 (ενσωματώνεται το εσωτερικό αρχιπέλαγος Ιονίου, οι λιμνοθάλασσες στενών Λευκάδας και Αλυκές Λευκάδας, καθώς και η περιοχή Χορτάτων της ορεινής Λευκάδας).
Ο Ν.4685/2020 (ΦΕΚ 92/Α΄), περί του εκσυγχρονισμού της περιβαλλοντικής νομοθεσίας στην Ελλάδα, συγχώνεψε τους υφιστάμενους τριάντα έξι Φ.Δ.Π.Π. και τους μετέτρεψε σε είκοσι τέσσερεις Μ.Δ.Π.Π., οι οποίες αποτελούν διοικητικές δομές του Ο.ΦΥ.ΠΕ.Κ.Α. και κάτ. αυτό τον τρόπο προέκυψε ο Φ.Δ.Π.Π. Κοιλάδας Αχελώου και Αμβρακικού κόλπου. Σύμφωνα με το σχετικό νομό, στο νέο ΔΣ του Ο.ΦΥ.ΠΕ.Κ.Α. δε θα εκπροσωπείται ούτε η τοπική αυτοδιοίκηση αλλά ούτε και οι παραγωγικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στην περιοχή του προστατευόμενου αντικειμένου, οι οποίες αφορούν σε πέντε περιφερειακές Ενότητες: Πρέβεζας, Άρτας, Αιτωλοακαρνανίας, Θεσσαλίας και Ιονίων Νήσων.
Η θαλάσσια έκταση του Αμβρακικού κόλπου καθώς και οι χερσαίες περιοχές που συνορεύουν με αυτόν ανακηρύχθηκαν Εθνικό Πάρκο το 2008 (Εθνικό πάρκο υγροτόπων Αμβρακικού, ΦΕΚ Δ’ 123/21-03-2008), Σκοπός του ΦΕΚ «Χαρακτηρισμός των χερσαίων, υδάτινων και θαλάσσιων περιοχών του Αμβρακικού κόλπου ως Εθνικού πάρκου και καθορισμός χρήσεων, ορών και περιορισμών», είναι η προστασία, διατήρηση, και διαχείριση της φύσης και του τοπίου, ως φυσικής κληρονομιάς και πολύτιμου εθνικού φυσικού πόρου, σε χερσαία και υδάτινα τμήματα της ευρύτερης περιοχής του Αμβρακικού κόλπου, που διακρίνονται για την μεγάλη βιολογική, οικολογική, αισθητική, επιστημονική, γεωμορφολογική και παιδαγωγική τους αξία. Στην έκταση του Ε.Π.Υ.Α καθορίστηκαν τέσσερεις Ζώνες προστασίας. Η Ζώνη Α που περιλαμβάνει περιοχές προστασίας της φύσης, η Ζώνη Α1 που περιλαμβάνει περιοχές ειδικής διαχείρισης υδάτων, η Ζώνη Β η οποία περιλαμβάνει περιοχές ειδικών ρυθμίσεων και η Ζώνη Περιβαλλοντικού Ελέγχου. Οι όροι και περιορισμοί εντείνονται μεταβαίνοντας σταδιακά προς τον πυρήνα του Ε.Π.Υ.Α δηλαδή από τη Ζ.Π.Ε στη Ζώνη Α.
Οριοθέτηση περιοχών του δικτύου Natura 2000
Πηγή: https://necca.gov.gr/mdpp/m-d-prostatevomenon-periochon-koiladas-acheloou-kai-amvrakikou-kolpou/
Ζώνες Προστασίας του Εθνικού Πάρκου Υγροτόπων Αμβρακικού
Πηγή: https://amvrakikos.eu/park/
Το σύμπλεγμα της Κορωνησίας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα τοπίου όπου η περιβαλλοντική-οικολογική αξία συνυπάρχει με την πολιτιστικό-πολιτισμικό του αποτύπωμα, διαμορφώνοντας ένα παλίμψηστο πολιτιστικού τοπίου (cultural landscape). Στην τεύχος της Α φάσης του Ερευνητικού προγράμματος «Διερεύνηση του ευρύτερου συμπλέγματος Κορωνησίας» αναφέρεται ότι:
Ακολουθεί μια αφήγηση που ερμηνεύει και επεξηγεί τις χωρικές σχέσεις και αλληλεξαρτήσεις του συμπλέγματος, προκειμένου να σκιαγραφηθεί η τοποθεσία και τα ιδιάζοντα τοπιακά της χαρακτηριστικά.
Η διαδρομή από τον βορρά, αποτελεί το πέρασμα από την πεδινή γη της Άρτας προς τις παράκτιες περιοχές, και μέσα από την οριζοντιότητα του κάμπου, το μάτι του επισκέπτη συναντά το ανοιχτό ουρανό και τις απέραντες εκτάσεις του αγροτικού τοπίου. Η διαδρομή αυτή, ως πέρασμα από το γεωργικό τοπίο στην παράκτια περιοχή, αποτελεί μια εμπειρία συνεχών αντιθέσεων και εναλλαγών, που καθιστά την μετάβαση στην υδάτινη περιοχή του Αμβρακικού ακόμα πιο εντυπωσιακή.
Ο λόφος της Σαλαώρας αποτελεί σημαντική τοπογραφική έξαρση της περιοχής με υψόμετρο περίπου 90μ. Ο λόφος όντας ανάμεσα στις λιμνοθάλασσες Τσουκαλιού και Λογαρούς, συγκροτεί ένα αντιληπτικό όριο για αυτόν που κατευθύνεται από την ενδοχώρα της Άρτας προς την Κορωνησία. Ο επισκέπτης ερχόμενος από τον κάμπο στα βόρεια, συναντά την λιμνοθάλασσα του Αμβρακικού και ανατολικά τον λόφο, ο οποίος λειτουργεί σαν βραχίονας στροφής από την πεδιάδα προς την ευρύτερη τοποθεσία της Κορωνησίας ανατολικότερα. Για αυτόν τον λόγο, η Σαλαώρα παίζει τον ρόλο ενός τόπου που λειτουργεί ως είσοδος στην περιοχή.
Ο λόφος αποτελεί θέση πανοραμικής και απρόσκοπτης θέασης των μακρινών οριζόντων, με ορατότητα 360μοιρών. Συμπερασματικά, η Σαλαώρα ξεχωρίζει ως ένα ιδιαίτερο τοπιακό χαρακτηριστικό της περιοχής, που κατά τα άλλα υστερεί τοπογραφικών εξάρσεων και χαρακτηρίζεται για την οριζοντιότητά της.
Η Σαλαώρα επιπλέον, με την τοπογραφική της εξέχουσα θέση, αποτελεί ένα κρίσιμο και εντυπωσιακό σημείο της περιοχής, όχι μόνο από γεωγραφική αλλά και από αισθητική άποψη επίσης. Το υψόμετρο των 90 μέτρων, αν και χαμηλό συγκριτικά με άλλες ορεινές περιοχές, δίνει στον λόφο μια στρατηγική σημασία και καθιστά την κορυφή του ένα ιδανικό παρατηρητήριο για το γύρω τοπίο. Ειδικά για τους επισκέπτες που προσεγγίζουν την περιοχή από την ενδοχώρα, η Σαλαώρα αναδύεται σαν ένα καθοδηγητικό τοπόσημο, σαν φάρος στον ορίζοντα, σηματοδοτώντας την είσοδο στην περιοχή της Κορωνησίας και προσφέροντας μια ισχυρή αίσθηση του χώρου.
Αυτός ο λόφος δεν λειτουργεί μόνο ως τοπογραφική υπεροχή, αλλά και ως σημείο συνάντησης του ανθρώπινου και φυσικού κόσμου. Η διαδρομή του ταξιδιώτη από τον κάμπο της Άρτας προς την Κορωνησία αποκτά μια γεωμετρική και αισθητική ένταση, καθώς ο λόφος της Σαλαώρας σηματοδοτεί τη μετάβαση από την επίπεδη πεδιάδα προς το πιο σύνθετο και ενδιαφέρον τοπίο των λιμνοθαλασσών και της θάλασσας. Οι επισκέπτες που πλησιάζουν από τα βόρεια αντιμετωπίζουν τη Σαλαώρα ως τον διακριτό σταθμό του ταξιδιού τους, προσφέροντάς τους την αίσθηση ότι εισέρχονται σε έναν νέο κόσμο, γεμάτο υδάτινες ενότητες και φυσική ποικιλία.
Η πανοραμική θέα που προσφέρει ο λόφος είναι μοναδική και εκτείνεται σε όλη την περιοχή. Η ορατότητα των 360 μοιρών επιτρέπει στον επισκέπτη να κατανοήσει πλήρως την οργανική σύνδεση μεταξύ της γης και του νερού, της στεριάς και των λιμνοθαλασσών. Από τη μία πλευρά, ο Αμβρακικός Κόλπος και η λιμνοθάλασσα του Τσουκαλιού απλώνονται μπροστά, με το μπλε του νερού να αντιπαρατίθεται με το πράσινο και καφέ των γύρω εκτάσεων, ενώ από την άλλη, η θέα προς τη λιμνοθάλασσα της Λογαρούς προσφέρει μια συνέχεια αυτής της φυσικής υγρής περιοχής, δημιουργώντας την αίσθηση ενός ανοιχτού φυσικού πεδίου.
Το γεγονός ότι η Σαλαώρα ξεχωρίζει ως τοπογραφική εξαίρεση σε μια περιοχή που γενικά χαρακτηρίζεται από την οριζοντιότητα, ενισχύει τη σημασία της ως τοπιακό στοιχείο. Η σπανιότητα της τοπογραφικής εξάρσεως σε αυτή την πεδινή περιοχή κάνει τη Σαλαώρα ακόμα πιο επιβλητική, λειτουργώντας σαν μια φυσική «πύλη» που οδηγεί σε έναν ιδιαίτερο και ποικιλόμορφο κόσμο.
Αυτό το χαρακτηριστικό της Σαλαώρας καθιστά τον λόφο σημαντικό όχι μόνο από γεωγραφική άποψη, αλλά και από πολιτιστική. Οι τοπικές κοινότητες, αλλά και οι επισκέπτες, μπορούν να αντιληφθούν αυτή την περιοχή ως σημείο διαχωρισμού και εισόδου, ένα σύμβολο σύνδεσης και μετάβασης. Η σημασία του λόφου ως «πύλη» ενισχύεται και από την αίσθηση της ιστορικότητας που κουβαλά, ενώ η θέση του σε σχέση με τα φυσικά χαρακτηριστικά της περιοχής το καθιστά ζωτικό σημείο αναφοράς για την κατανόηση του τοπίου.
Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του τοπίου αποτελούν οι λουρονησίδες. Στενές γραμμικές «ταινίες» γης που «τεντώνονται» ανάμεσα στον οικισμό της Κορωνησίας και τα γύρω μέρη, προκειμένου να συνδέσουν αλλά και να διαγράψουν τα σχήματα των λιμνοθαλασσών. Η μοναδικότητα του διαμήκους αυτού τοπιακού στοιχείου, εντυπώνεται έντονα στον επισκέπτη μιας και αποτελεί ένα μη σύνηθες χωρικό συστατικό, που απαντάται διαρκώς και επικρατεί παντού.
Οι λουρονησίδες, ως χαρακτηριστικά γεωμορφολογικά στοιχεία του τοπίου, προσδίδουν στην περιοχή μια ιδιαίτερη ταυτότητα και μια μοναδική αισθητική. Αυτές οι στενές, γραμμικές εκτάσεις γης, που εκτείνονται μεταξύ του οικισμού της Κορωνησίας και των γειτονικών περιοχών, λειτουργούν ως φυσικές συνδέσεις που ενώνουν τον ανθρώπινο οικισμό με τα φυσικά χαρακτηριστικά των λιμνοθαλασσών και των υδάτινων όγκων γύρω από την περιοχή. Οι λουρονησίδες δεν είναι απλά γεωλογικά φαινόμενα, αλλά αποτελούν και πολιτιστικά σύμβολα που αποτυπώνουν την αρμονία της ανθρώπινης δραστηριότητας με το φυσικό τοπίο.
Η εικόνα τους, διασχίζοντας την περιοχή, αποκτά μια ιδιαίτερη δυναμική, καθώς κάθε λουρονησίδα προσφέρει μια μοναδική οπτική γωνία του τοπίου. Οι γραμμικές αυτές εκτάσεις φαίνεται να «τεντώνονται» και να επιμηκύνονται, ενώ ταυτόχρονα καθορίζουν τα όρια και τις κατευθύνσεις μεταξύ της στεριάς και των λιμνοθαλασσών. Το γεγονός ότι είναι παρούσες σε όλη την περιοχή δημιουργεί μια αίσθηση ομοιογένειας στο τοπίο, και παράλληλα ενδυναμώνει την αίσθηση της φυσικής ενότητας που διαπνέει την περιοχή.
Η συνέχιση αυτών των γραμμικών μορφών του εδάφους, η «διαδρομή» τους από την Κορωνησία έως τα γύρω μέρη, αποκαλύπτει τα γεωμετρικά σχέδια της φύσης, διαμορφώνοντας ταυτόχρονα το χαρακτήρα του τοπίου. Καθώς οι λουρονησίδες προσφέρουν πολύπλευρες θεάσεις και δημιουργούν ανατροπές στις προοπτικές του χώρου, αναδεικνύεται η μοναδικότητα του τοπίου, το οποίο, χωρίς να προβαίνει σε έντονες αντιφάσεις, κατορθώνει να είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον και εντυπωσιακό.
Άποψη της περιοχής από ψηλά
Πηγή: https://www.travel.gr/en/experiences-ee/koronisia-amazing-islet-experience-at-largely-unexplored-area/
Αυτό το φυσικό στοιχείο, οι λουρονησίδες, δεν είναι απλώς μια «γραμμική» σύνθεση στη γη, αλλά αποτελεί ένα σύστημα τοπικής επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης. Καθώς η περιοχή είναι γεμάτη από αυτές τις στενές «ταινίες γης», η διαρκής παρουσία τους δημιουργεί την αίσθηση ότι το τοπίο είναι ενεργό και συνεχώς μεταβαλλόμενο. Οι επισκέπτες βιώνουν την ένταση της φυσικής αυτής γεωμορφολογίας, η οποία ενσωματώνεται και αλληλεπιδρά με τα άλλα χαρακτηριστικά της περιοχής, όπως οι λιμνοθάλασσες, η ακτογραμμή και οι θαλάσσιες διαδρομές.
Οι λουρονησίδες, προσφέρουν έναν εξαιρετικό συνδυασμό φυσικής ομορφιάς και χωρικής δομής, ενισχύοντας την αίσθηση της συνέχειας του τοπίου. Με την ξεχωριστή γεωμετρία τους και την αδιάκοπη παρουσία τους, οι λουρονησίδες γίνονται αναπόσπαστο μέρος της ταυτότητας του χώρου, προσκαλώντας τον επισκέπτη να εξερευνήσει και να βιώσει μια ιδιαίτερη σχέση με το φυσικό περιβάλλον.
Η λουρονησίδα, ως στενή γραμμική «γλώσσα» γης, λειτουργεί ως κατευθυντήριος άξονας προς το νερό, και κάθε βήμα φαίνεται να απομακρύνει τον επισκέπτη από την ξηρά, τονίζοντας την αίσθηση ότι ο άνθρωπος ενσωματώνεται πλήρως στον υδάτινο κόσμο που τον περιβάλλει. Οι ήχοι της φύσης, οι εικόνες των λιμνοθαλασσών με τα πλούσια οικοσυστήματα, και η ήπια κίνηση του νερού ενισχύουν την αίσθηση της μετάβασης και της συνύπαρξης με το φυσικό περιβάλλον.
Ανατολικό ανάχωμα λουρονησίδας Λογαρούς και διβάρι Σόλυμπος
Πηγή: https://www.topoguide.gr/nature/natura2000/natparks/amvrakikos/Amvrakikos_national_park_Logarou_lagoon.php
Ο υδάτινος κόσμος του Αμβρακικού και των λιμνοθαλασσών, γεμάτος ζωή και οικολογική ποικιλία, δημιουργεί την αίσθηση ότι ο επισκέπτης δεν είναι απλώς παρατηρητής, αλλά και μέρος αυτού του φυσικού συνόλου. Η πορεία πάνω στη λουρονησίδα, με τη συνεχιζόμενη οπτική επαφή με το νερό, συνιστά μια βαθιά εμπειρία σύνδεσης με τη φύση, οδηγώντας τον ταξιδιώτη σε έναν κόσμο όπου η ξηρά και το νερό υφίστανται συντονισμένα σε απόλυτη αλληλεπίδραση.
Τα ιβάρια και τα ιβαροφυλάκια, τα αλιευτικά καταλύματα των ψαράδων της περιοχής, είναι επαναλαμβανόμενα στοιχεία που συναντώνται κατά μήκος των λουρονησίδων και λειτουργούν ως μηχανισμός παραγωγικής αξιοποίησης του υδάτινου συμπλέγματος τα μεν και διαμονής τα δε. Οι καλύβες αυτές, συγκροτούν ένα χωρικό σύστημα με τις αλιευτικές διώρυγες ελεγχόμενης ροής από τις λιμνοθάλασσες στον Αμβρακικό και αντίστροφα.
Τα ιβάροφυλάκια, αποτελούν ουσιαστικά τη «ζωντανή μνήμη» της ανθρώπινης παρουσίας στο τοπίο της Κορωνησίας και του Αμβρακικού Κόλπου. Με την επαναληπτική τους διάταξη κατά μήκος των λουρωνησίδων, δεν είναι απλώς λειτουργικές δομές για την αλίευση, αλλά αναδεικνύουν μια βαθιά σύνδεση του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον και τον τρόπο που η ανθρώπινη δραστηριότητα προσαρμόζεται και αλληλεπιδρά με αυτό.
Τα ιβάρια, που με την απλότητά τους στέκονται πάνω από τις λιμνοθάλασσες και συνδέονται με τις αλιευτικές διώρυγες, έχουν σχεδιστεί με σκοπό την αποδοτική εκμετάλλευση των υδάτων και τη ρύθμιση της ροής τους. Σαν «κλειδιά» ή «στρόφιγγες», λειτουργούν ως μηχανισμοί που ελέγχουν την πρόσβαση του νερού στις λιμνοθάασσες ή στους κλωβούς, ρυθμίζοντας έτσι τις συνθήκες για την αλίευση. Αυτός ο μηχανισμός προσδίδει στην περιοχή μια έντονη χρονικότητα και κυκλικότητα, αφού οι ψαράδες εκμεταλλεύονται τους φυσικούς κύκλους της ροής του νερού, όπως τις εποχιακές μετακινήσεις των ψαριών και τις φυσικές διακυμάνσεις της στάθμης των υδάτων.
Η επαναληψιμότητα των ιβαρίων στην ίδια την τοπογραφία των λουρωνησίδων δημιουργεί μια αίσθηση ρυθμού και αρμονίας μέσα στην «γραμμικότητα» του τοπίου. Τα ιβάρια δεν είναι μόνο πρακτικά αλιευτικά εργαλεία, αλλά και διαρθρωτικά στοιχεία που διαμορφώνουν την αισθητική του χώρου, προσφέροντας σημεία στάσης για τον παρατηρητή, σημεία που επιτρέπουν μια βαθύτερη σχέση με τον υδάτινο κόσμο του Αμβρακικού. Ο επισκέπτης, καθώς ακολουθεί τη διαδρομή κατά μήκος των λουρωνησίδων, συναντά τα ιβάρια ως σημεία διαρκούς σύνδεσης με το νερό και με τον κύκλο της αλιευτικής δραστηριότητας, προσφέροντας ένα είδος «δυναμικής πανοραμικής» θέασης του τοπίου.
Επιπλέον, η παρουσία των ιβαρίων ως αρχιτεκτονικών συνόλων με σταθερή γεωμετρία προσδίδει στον χώρο μια οργανωμένη αίσθηση, δημιουργώντας τοπικά σημεία που λειτουργούν σαν «σταθμοί» στην πορεία του χρόνου. Αυτά τα μικρά, συχνά αδιάφορα φαινομενικά, καταλύματα φανερώνουν έναν πλούτο κοινωνικής και πολιτισμικής πρακτικής, αναδεικνύοντας την ανθρώπινη επινοητικότητα στην αλληλεπίδραση με το περιβάλλον. Είναι ταυτόχρονα λειτουργικά και πολιτιστικά φορτισμένα, αποτελώντας αναπόσπαστο μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς της περιοχής.
Η συνεχής επανάληψη των ιβαρίων, η αίσθηση της ομοιογένειας που προσφέρουν και η οργανική τους σύνδεση με τη ροή του νερού ενσωματώνουν την ανθρώπινη δραστηριότητα στο τοπίο, κάνοντάς την αδιέξοδη και ενσωματωμένη στον φυσικό κόσμο. Ως τέτοια, αποτελούν «σημεία ανάγνωσης» του τοπίου, αντικείμενα που συνδέουν τον άνθρωπο με το παρελθόν, το φυσικό περιβάλλον και τον ρυθμό του υδάτινου κόσμου γύρω του. Μέσα από την αρχιτεκτονική τους απλότητα και την επαναληπτικότητά τους, τα ιβάρια διαμορφώνουν έναν ιδιαίτερο χώρο που καθιστά το φυσικό και το ανθρωπογενές τοπίο αλληλένδετα, προσφέροντας στους επισκέπτες μια μοναδική εμπειρία σε κάθε επίσκεψη.
Τα ιβάρια, αυτά τα επαναλαμβανόμενα συστήματα, αποτελούν μοναδικό χαρακτηριστικό της ανθρωπογενούς επέμβασης και μάρτυρες της πολιτιστικής εγγραφής και ερμηνείας του συγκεκριμένου τοπίου.
Ιβάρι και ιβαροφυλάκιο Κριοντήρι, πριν την Βούτσα
Πηγή: https://www.topoguide.gr/nature/natura2000/natparks/amvrakikos/Amvrakikos_national_park_Salaora.php
Το νησί της Κορωνησίας βρίσκεται ανάμεσα στις λιμνοθάλασσες της Λογαρούς, του Σακολετσίου και του Αμβρακικού κόλπου. Είναι τοποθεσία που διακρίνεται από χαμηλό ύψωμα στο οποίο αναπτύσσεται βαθμιαία ο οικισμός, με το συνεκτικό τμήμα του κυρίως βορειοδυτικά. Συγκεκριμένα, εκεί βρίσκεται το κέντρο του χωριού με την εκκλησία της Παναγίας και την μικρή πλατεία του σε υψόμετρο 20μ. περίπου. Τριγύρω απλώνεται το πιο πυκνοδομημένο μέρος του οικισμού, το οποίο βαθμιαία γλιστράει και κατηφορίζει προς την όχθη βόρεια και δυτικά. Ανατολικότερα και σε μικρή πεζοπορική απόσταση, διασώζεται μέρος του φυτεμένου επί ενετοκρατίας ελαιώνα με αιωνόβια δένδρα, τμήμα του οποίου όμως έχει δομηθεί ή δυστυχώς μετατραπεί σε αλάνα-γήπεδο για τις ανάγκες του οικισμού. Στα νοτιοανατολικά, σε τοπογραφική έξαρση 20μ. περίπου, βρίσκεται το αναστηλωμένο φυλάκιο παρατήρησης Κούλια, με πανοραμική θέα και δενδροφυτεμένο περιβάλλοντα χώρο.
Ο ενετικός ελαιώνας, η αλάνα και η όχθη A.07.01 ΧΑΡΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΧΩΡΟΥ - ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΚΟΡΩΝΗΣΙΑΣ
Πηγή: Ομάδα μελέτης 2024
Ο οικισμός βρίσκεται ανάμεσα στο πράσινο και στο νερό
Πηγή: Adobe Stock. "Town of Koronisia in the Ambracian Gulf (Gulf of Arta or the Gulf of Actium), Greece By Viktor Posnov." Adobe Stock, 2024
https://stock.adobe.com
Ο οικισμός βρίσκεται ανάμεσα στο πράσινο και στο νερό
Πηγή: Adobe Stock. "Town of Koronisia in the Ambracian Gulf (Gulf of Arta or the Gulf of Actium), Greece By Viktor Posnov." Adobe Stock, 2024
https://stock.adobe.com
Κατά τόπους απαντώνται στοιχεία πρασίνου σε κήπους και αυλές με λεμονιές. Ο οικισμός διαθέτει διαρκώς ανάμιξη δομημένου περιβάλλοντος με φυσικά στοιχεία σε μεγάλη πυκνότητα και συχνότητα. Στο ανατολικότερο τμήμα του χωριού, όπου η κατοίκηση και η δόμηση είναι πιο αραιή, διασώζονται ευρύτερες και πυκνότερες μάζες πρασίνου. Τα στοιχεία φυτεύσεων του οικισμού είναι συνολικά σε πολύ καλή κατάσταση, με σποραδικά πυκνώσεις και αραιώσεις. Κατά τόπους δε, παρατηρούνται φυτικές μάζες και μεμονωμένα δένδρα σε εντυπωσιακή ανάπτυξη, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τοπόσημα του υπαίθριου χώρου. Η γενικότερη αίσθηση είναι ότι η Κορωνησία βρίσκεται ανάμεσα σε πυκνό πράσινο και περιβάλλεται από νερό και την διαρκή θέα σε αυτό.
Οι υπαίθριοι χώροι του οικισμού δεν είναι οργανωμένοι σε ένα ενιαίο σύστημα και ο χώρος στερείται πεζοδρομίων.
Επεξεργασμένη εικόνα από ψηλά. Τα κτίσματα βρίσκονται ανάμεσα σε κήπους και αυλές, αλλά με απουσία πεζοδρομίων και συστήματος υπαίθριων χώρων
Πηγή: Ομάδα μελέτης 2024
Ενδιαφέρον στοιχείο του χωριού είναι η όχθη του και η σχέση με τις γύρω λιμνοθάλασσες και τον Αμβρακικό. Η διαδρομή παρουσιάζει ιδιαίτερο αισθητικό ενδιαφέρον με ποικίλες εναλλαγές και θεάσεις στον περιβάλλοντα υδάτινο κόσμο. Η κυκλική αυτή πορεία με αφετηρία από την «είσοδο» στον οικισμό δυτικά, περνάει από το παραλιακό μέτωπο με την εκεί γραμμική πλατεία, από τις λουρονησίδες που οδηγούν στο νησί του Αποθαμένου και το Περανήσι, προχωρά δίπλα στην λιμνοθάλασσα του Σακολετσίου, συναντά την αμμουδερή ακτή κολύμβησης στα βορειοανατολικά, διατρέχει το βόρειο τμήμα και την επαφή με την λιμνοθάλασσα και επιστρέφει στην «είσοδο» του οικισμού. Κατά μήκος της πορείας αυτής απαντάται ποικιλία στα υλικά του εδάφους, αποκαλύπτονται διαφορετικές ενδιαφέρουσες οπτικές των λιμνοθαλασσών, η κίνηση αποτελεί ένα όχημα ανάγνωσης και κατανόησης της ομορφιάς του χώρου.
Άποψη από ψηλά αμμουδερή ακτή κολύμβησης και παραθαλάσσιος περίπατος προς τα 2 νησιά
Πηγή: Ομάδα μελέτης 2024
Η διαδρομή αυτή αποτελεί μια μοναδική εμπειρία για τον επισκέπτη, καθώς κάθε βήμα αποκαλύπτει και μια νέα διάσταση του φυσικού και πολιτισμικού τοπίου. Η εναλλαγή των τοπίων και των φυσικών στοιχείων - από τις υδάτινες εκτάσεις και τις λιμνοθάλασσες μέχρι τις αμμώδεις παραλίες και τα μικρά νησάκια - δημιουργεί μια έντονη αίσθηση του χώρου και της κίνησης στον χρόνο. Καθώς η διαδρομή διασχίζει την περιοχή, προσφέρει διαφορετικές γωνίες θέασης, που αποκαλύπτουν τις ανεξερεύνητες πλευρές του υδάτινου κόσμου, είτε από το επίπεδο της ξηράς, είτε από πιο απομακρυσμένες θέσεις, όπου το τοπίο συνδυάζεται αρμονικά με την παρατήρηση των πουλιών και τις εναλλαγές του φωτός.
Η σχέση του οικισμού με τη φύση είναι βαθιά και φαίνεται να είναι αυτή που διαμορφώνει τον χαρακτήρα του τόπου. Κάθε στοιχείο, από τις λουρονησίδες έως τις λιμνοθάλασσες, έχει τη δική του πολιτισμική αξία, συνδέοντας τον άνθρωπο με τη γη και το νερό. Η πορεία αυτή δεν είναι απλώς μια διαδρομή, αλλά μια διαδικασία επανασύνδεσης με το φυσικό περιβάλλον και μια βιωματική ανακάλυψη των ποιοτήτων που κρύβει το τοπίο.
Η σύνθεση των στοιχείων, όπως η μυρωδιά του θαλάσσιου αέρα, οι ήχοι των κυμάτων και των πουλιών, και η οπτική αντίθεση του υδάτινου και του ξηρού στοιχείου, καθιστούν αυτή την πορεία μια εντυπωσιακή εμπειρία για τον επισκέπτη, αναδεικνύοντας την ιδιαίτερη αξία του φυσικού και πολιτιστικού πλούτου της περιοχής. Μέσω αυτής της κυκλικής πορείας, η επίγνωση του ανθρώπου για την περιβαλλοντική σημασία του τόπου ενισχύεται, δημιουργώντας μια αίσθηση υπευθυνότητας για τη διατήρηση του μοναδικού αυτού τοπίου.
Ενδιάμεση περιοχή μετάβασης από την λιμνοθάλασσα Σακολετσίου στον Αμβρακικό κόλπο
Πηγή: Ομάδα μελέτης 2024
Η διαδρομή προς το νησί του Αποθαμένου και το Περανήσι διατρέχει την όχθη της λιμνοθάλασσας του Σακολετσίου. Τα 2 νησιά μαζί με την μικρή λιμνοθάλασσα διαμορφώνουν έναν περίκλειστο υδάτινο «κήπο» μικρής κλίμακας που έρχεται σε αντίθεση με την μεγαλύτερη κλίμακα του τοπίου τριγύρω. Τα 2 νησιά είναι πυκνοφυτεμένα και αποτελούν δασική έκταση. Το στενό μονοπάτι περνάει ανάμεσα από δρυς, σχοίνα, κυπαρίσσια και πουρνάρια. Εδώ και εκεί εμφανίζονται παράθυρα στην θέα του υδάτινου στοιχείου.
Η διαδρομή νοτιοδυτικά, κατά μήκος της λουρονησίδας προς την Πρέβεζα, προσφέρει μια μοναδική εμπειρία στον επισκέπτη. Χαρακτηριστικό είναι ότι καθώς ο επισκέπτης απομακρύνεται από τον οικισμό, έχει την έντονη αίσθηση ότι απορροφάται και εμπεριέχεται όλο και πιο βαθιά σε έναν υδάτινο κόσμο, στον Αμβρακικό κόλπο και στις λιμνοθάλασσες. Καθώς απομακρύνεται από τον οικισμό, η αίσθηση του χώρου αλλάζει ακολουθώντας τους ρυθμούς του κύκλου του νερού, καθώς οι λιμνοθάλασσες και ο Αμβρακικός Κόλπος κυριαρχούν στον ορίζοντα.
Με βάση την περιγραφή του τοπίου που προηγήθηκε, αναδύονται υποπεριοχές που οδηγούν στη διάκριση ενοτήτων τοπίου. Η διάκριση αυτή υπαγορεύεται από τα μορφολογικά χαρακτηριστικά των επιμέρους περιοχών, την οικειοποίηση του χώρου σύμφωνα με τις εκάστοτε δραστηριότητες, αλλά και από την πρόσληψή τους αντιληπτικά. Οι ενότητες τοπίου δηλαδή, περιέχουν τμήματα του τοπίου που διέπονται από συνέχεια και κοινά χαρακτηριστικά.
Συγκεκριμένα τοπιακές ενότητες αποτελούν:
Ως επιμέρους ποιότητές μπορούν να αναγνωριστούν:
Οι ήχοι της λιμνοθάλασσας δημιουργούν μια μοναδική ατμόσφαιρα που ενισχύει την αίσθηση της ηρεμίας και της φυσικής σύνδεσης με το περιβάλλον. Καθώς ο επισκέπτης πλησιάζει ή περιηγείται γύρω από τη λιμνοθάλασσα, οι ήχοι είναι συχνά απαλοί και μελωδικοί, δημιουργώντας μια αίσθηση απομόνωσης και ηρεμίας. Οι ήχοι του νερού που αγγίζουν τις λουρονησίδες, οι μικρές κυματισμοί που σκάνε απαλά στην όχθη, και η βουή του ανέμου που περνά μέσα από τα φυτά και τα καλάμια, δημιουργούν έναν ηχητικό τοπίο που ενισχύει την αίσθηση του χώρου ως υδάτινου καταφυγίου. Οι ήχοι αυτοί είναι φυσικοί και οργανικοί, συνδεδεμένοι με τον κύκλο της ζωής της λιμνοθάλασσας, ενσωματώνοντας τον άνθρωπο σε έναν κόσμο γεμάτο βιοποικιλότητα και φυσική αρμονία.
Η ησυχία, η οποία διαταράσσεται μόνο από αυτούς τους ήχους της φύσης, επιτρέπει στον επισκέπτη να απορροφηθεί πλήρως από το τοπίο, προσφέροντας μια μοναδική ευκαιρία για αναστοχασμό και αίσθηση της σύνδεσης με τη φύση.
Οι υλικότητες του συμπλέγματος της Κορωνησίας, με τις ποικιλόμορφες φυσικές συνθήκες, βρίσκεται σε άμεση γειτνίαση με το νερό και τα υδατικά στοιχεία είναι κυρίαρχα στη διαμόρφωση του τοπίου. Τα ιδιαίτερα αυτά χαρακτηριστικά δημιουργούν έναν μοναδικό συνδυασμό φυσικών και γεωλογικών στοιχείων που καθορίζουν την ταυτότητα του τόπου. Αυτές οι υλικότητες διαμορφώνουν τοπία που συνδυάζουν υδάτινες περιοχές, στεριά και τις ενδιάμεσες μεταξύ τους περιοχές, προσφέροντας μία πλούσια γκάμα περιβαλλοντικών και αισθητικών εμπειριών. Οι αλόφυτες και οι υδρόβιες φυτεύσεις αναπτύσσονται σε περιοχές κοντά στις όχθες, στους λασπότοπους και τους καλαμιώνες, δημιουργώντας πλούσιες οικολογικές ζώνες. Οι ακτές που δημιουργούνται είναι αμμώδεις – αμμοϊλυώδεις και παρουσιάζουν ήπια μορφολογική κλίση. Κατά θέσεις οι λωρίδες εκτός από της παρουσίας ιλύος και άμμου, αποτελούνται από αποθέσεις οστρακοειδών, γαστερόποδων και υπολειμμάτων από τη σήψη υδροχαρών φυτών. Τα έλη και οι όχθες των ποταμιών ή των λιμνοθαλασσών προσφέρουν καταφύγιο σε πλούσια βιοποικιλότητα και αποτελούν ζωτικό κομμάτι του φυσικού συστήματος. Η υγρασία και η ποικιλία των υδάτινων στοιχείων ενισχύουν την τοπική οικολογία, δημιουργώντας μικροπεριβάλλοντα για διάφορα είδη χλωρίδας και πανίδας.
Η συνολική υλική ταυτότητα της Κορωνησίας διαμορφώνεται από την αλληλεπίδραση αυτών των φυσικών στοιχείων: το νερό, η γη, η άμμος, τα αλόφυτα, λασπότοποι, κοχύλια και οι υδρόβιες φυτεύσεις. Κάθε στοιχείο προσφέρει μια διαφορετική υλική αίσθηση στον χώρο. Η αμμουδερή ακτογραμμή, με την υφή της άμμου και των κοχυλιών, ο καλαμιώνας που θροΐζει και αναμιγνύεται με την υγρασία των λασπότοπων, οι όχθες και τα έλη που απορροφούν την υγρασία και δημιουργούν λιμνάζοντα νερά — όλα αυτά τα φυσικά στοιχεία συνθέτουν ένα μοναδικό τοπίο που ενώνει τη στεριά και τη θάλασσα σε ένα ιδιαίτερο, οικολογικά και αντιληπτικά φορτισμένο τοπίο.
Ποικιλία από υλικότητες, βλάστηση και πορώδες έδαφος Απόσπασμα Χάρτη A.05.02 ΦΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ - ΣΥΜΠΛΕΓΜΑ ΚΟΡΩΝΗΣΙΑΣ
Πηγή: Ομάδα μελέτης 2024
Η σχέση με το υδάτινο στοιχείο, ένας υδάτινος κόσμος με ρευστά όρια Απόσπασμα Χάρτη A.05.01 ΦΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ - ΣΥΜΠΛΕΓΜΑ ΚΟΡΩΝΗΣΙΑΣ
Πηγή: Ομάδα μελέτης 2024
Το σύνολο αυτών των υλικών στοιχείων και των φυσικών συνθηκών δημιουργεί ένα ιδιαίτερο σύμπαν στην Κορωνησία, που είναι γεμάτο με αλληλοεπιδράσεις μεταξύ του τοπίου, της φύσης και των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Οι υλικότητες της περιοχής — από την αμμώδη ακτογραμμή και την αλληλεπίδραση του εδάφους με το νερό, έως τους καλαμιώνες και τις λασπώδεις ζώνες — ενισχύουν την ιδιαίτερη ταυτότητα του τόπου, διαμορφώνοντας ενδιάμεσες ζώνες μετάβασης. Οι ζώνες αυτές είναι εξαιρετικά πλούσιες οικολογικά, καθώς φιλοξενούν ποικιλία χλωρίδας και πανίδας, που αξιοποιεί τις διαφορετικές συνθήκες της υγρασίας και του εδάφους. Για παράδειγμα η ενδιάμεση περιοχή που σαν γλώσσα εισχωρεί η λιμνοθάλασσα του Σακολετσίου στην Κορωνησία, δημιουργεί μία «buffer zone», μία ζώνη μετάβασης μεταξύ από τον οικισμό στον Αμβρακικό κόλπο. Αυτή η ζώνη μετάβασης έχει ιδιαίτερη σημασία για τη λειτουργία και τη βιωσιμότητα του τοπίου, καθώς λειτουργεί ως φυσικό φίλτρο, προσφέροντας προστασία και δημιουργώντας ενδιάμεσες περιοχές, στις οποίες συνυπάρχουν τόσο τα στοιχεία της στεριάς όσο και του νερού.
Συνύπαρξη υδρόφιλων ειδών και ποικιλία υφών, χρωμάτων και υλικότητας στη λουρονησίδα Σαλαώρας
Πηγή: https://www.topoguide.gr/nature/natura2000/natparks/amvrakikos/Amvrakikos_national_park_vegetation.php
Η περιοχή παρουσιάζει πλούσια βλάστηση και πολλούς διαφορετικούς οικοτόπους που κυμαίνονται από παραποτάμια δάση, δασώδεις δασικές εκτάσεις και εποχιακή βλάστηση στις λουρονησίδες με ιδιαίτερο οικολογικό και περιβαλλοντικό ενδιαφέρον. Στα παραποτάμια δάση εμφανίζονται ιτιές, λεύκες, πλατάνια, φτελιές, φράξοι, λυγαριές, βούρλα, καλαμιώνες, υδρόφιλα είδη και κοντά στο δέλτα αρμυρίκια, Στις δασώδεις περιοχές της ξηράς εμφανίζονται κυρίως θαμνώνες από αείφυλλα είδη όπως πουρνάρια δε συνδυασμό με δρυς, ασφάκες, αγριοαχλαδιές, αγριοσυκιές, χαρουπιές κ.α, είδη που επαναλαμβάνονται στην Κορωνησία, στην Σαλαώρα και στα νησιά του Αποθαμένου και στο Περανήσι.
Παρακάτω αναφέρονται οι οικότοποι και ενδεικτικά σημειώνονται χαρακτηριστικά είδη χλωρίδας: Greek Reed Beds: Alisma species, Crypsis schoenoides, Potamogeton pectinatus, Rorippa sylvestris/ Panonian Balkanic turkey oak-sessile oak forests/ Salix alba and Populus alba galleries: Populus alba, Salix Alba, Salix fragilis/ Platanus orientalis and Liquidambar orientalis woods/ Southern riparian galleries and thickets: Nerium oleander, Tamarix hampeana, Tamarix parviflora/ Olea and Ceratonia forests: Ceratonia siliqua, Olea europaea, Quercus coccifera/ Quercus macrolepis forests: Acer campestre, Celtis australis, Pistacia terebinthus, Quercus ilex/ Εποχιακή βλάστηση λουρωνησίδων - Annual vegetation of drift lines: Ammophila arenaria, Atriplex halimus, Euphorbia paralias, Otantus maritimus, Xanthium spinosum/ Salicornia and other annuals colonising mud and sand: Aeluropus littoralis, Chlamydophora tridentata, Limonium bellidifolium, Schoenus nigricans/ Mediterranean salt meadows-Juncetalia maritimi: Aelthaea officinalis, Halocnemum marinum, Juncus bufonius, Puccinellia festuciformis/ Mediterranean and thermos-Atlantic halophilous scrubs-Sarcocornietea fruticosi: Aster tripolium, Elymus elongatus, Salicornia europaea/ Embyonic shifting dunes: Bromus rigidus, Centaurea spinosa, Pancratium maritimum, Silene colorata/ Shifting dunes along the shoreline/ Natural eutrophic lakes with Magnopotamion/Hydrocharition vegetation/ Garrigues Ανατολικής Μεσογείου/ Sarcopoterium spinosum phryganas/ Calcareous fens with Cladium mariscus and species of Caricion davallianae.
Ενδιάμεσοι τόποι ανάμεσα στην ξηρά και το νερό με πλωτά υδρόβια είδη, Lemna minor- «φακή του νερού»
Πηγή: https://www.topoguide.gr/nature/natura2000/natparks/amvrakikos/Amvrakikos_national_park_vegetation.php
Η περιοχή του προστατευόμενου πάρκου του Αμβρακικού κόλπου με του υγροτόπους και το πλούσιο οικοσύστημα, αποτελεί καταφύγιο για την άγρια ζωή και ειδικά για ένα μεγάλο αριθμό πουλιών που προσφέρονται για ορνιθοπαρατήρηση. Συγκεκριμένα, στην λιμνοθάλασσα της Λογαρούς φωλιάζει σε φυσικές νησίδες μεγάλη αποικία από αργυροπελεκάνους που είναι παγκοσμίως απειλούμενο είδος. Στην ευρύτερη περιοχή και στον καλαμιώνα βάλτου Ροδίας και την ζώνη πλημμυρών Λούρου μαζί με τα αναχώματα Πέτρας και Στεφάνης εμφανίζεται μεγάλη ποικιλία πουλιών, όπως π.χ. ήταυρος, γερακίνα, στικταετός, βαλτόπαπια.
Θέσεις ορνιθοπανίδας και επιφάνεια παρατήρησης στην ευρύτερη περιοχή
Πηγή: https://www.topoguide.gr/nature/natura2000/natparks/amvrakikos/Amvrakikos_national_park_Logarou_lagoon.php
Συγκεκριμένα, ενδεικτικά είδη που παρατηρούνται: Νανοβουτηχτάρι (Tachybaptus ruficollis), Κύκνος (Cygnus olor), Πρασινοκέφαλη πάπια (Anas platyrhynchos) Βαλτόπαπια (Aythya nyroca) το οποίο είναι παγκοσμίως απειλούμενο είδος, Γκισάρι (Aythya ferina), Ήταυρος (Botaurus stellaris) επίσης παγκοσμίως απειλούμενο είδος, Μικροτσικνιάς (Ixobrychus minutus), Φαλαρίδα (Fulica atra), Νερόκοτα (Gallinula chloropus), Λαγγόνα (Microcarbo pygmeus), Λευκοτσικνιάς (Egretta garzetta), Γελαδάρης (Bubulcus ibis), Κρυπτοτσικνιάς (Ardeola ralloides), Νυχτοκόρακας (Nycticorax nycticorax), Πορφυροτσικνιάς (Ardea purpurea), Χαλκόκοτα (Plegadis falcinellus), Χουλιαρομύτα (Platalea leucorodia), Καλαμοκανάς (Himantopus himantopus), Νεροχελίδονο (Glareola pratincola), Ποταμογλάρονο (Sterna hirundo), Νανογλάρονο (Sternula albifrons), Γελογλάρονο (Gelochelidon nilotica).
Λίγο μακρύτερα στο Μαυροβούνι έιναι ο βασικός τόπος κουρνιάσματος και ξεχειμωνιάσματος του Στικταετού (Aquila clanga), που είναι επίσης παγκοσμίως απειλούμενο είδος.
Η πληθώρα των ειδών χλωρίδας και η σπανιότητα μερικών ειδών της ορνιθοπανίδας της περιοχής, αποδεικνύει εμφατικά την οικολογική αξία του συμπλέγματος Κορωνησίας και των υδροβιότοπων. Η ιδιαίτερη σημασία αυτών των οικοσυστημάτων καθιστά την προστασία και την ανάδειξή τους αναγκαία για την διατήρηση της βιοποικιλότητας και της φυσικής κληρονομιάς του συμπλέγματος της Κορωνησίας. Η προσέγγιση αυτή απαιτεί ευαισθησία και στρατηγικό σχεδιασμό, με την εφαρμογή πρακτικών που να σέβονται και να ενισχύουν το φυσικό περιβάλλον, ενώ ταυτόχρονα να προάγουν τη βιώσιμη ανάπτυξη και τη σχέση των κατοίκων με τη φύση. Η διαχείρισή τους ακολουθώντας μια διεπιστημονική προσέγγιση με βιώσιμο τρόπο, οφείλει να πραγματοποιηθεί με οικολογική αντίληψη, ακολουθώντας τις τακτικές και σχεδιαστικές παραμέτρους της αρχιτεκτονικής τοπίου.
Αργυροπελεκάνος και στικταετός, δύο παγκοσμίως απειλούμενα είδη
Πηγή: https://www.topoguide.gr/nature/natura2000/natparks/amvrakikos/Amvrakikos_national_park_birds.php
Διάγραμματα Ορνιθοπανίδας. Παρουσιάζονται οι περιοχές της δραστηριότητας της ορνιθοπανίδας, οι φωλιές και οι διαδρομές αποδήμησης πάνω στις οποίες βρίσκεται ο Αμβρακικός κόλπος
Πηγή: Ομάδα μελέτης 2024
Η ευρύτητα της ορατότητας και η πολυπλοκότητα των θεάσεων στο σύμπλεγμα της Κορωνησίας αποτελούν χαρακτηριστικά που ενισχύουν τη μοναδικότητα του τοπίου και προσφέρουν στους κατοίκους και τους επισκέπτες μια ποικιλία εμπειριών αισθητικής απόλαυσης και αισθητικής εναλλαγής. Το γεωγραφικό ανάγλυφο του οικισμού και της Σαλαώρας, σε συνδυασμό με τη θέση του σε σχέση με το υδάτινο στοιχείο δημιουργεί μια σειρά από διαφορετικές και εντυπωσιακές οπτικές γωνίες που καθιστούν κάθε περιήγηση στον χώρο μοναδική.
Η θέση του οικισμού, που βρίσκεται τοποθετημένος στο μικρό ύψωμα, προσφέρει μια συνεχώς μεταβαλλόμενη θέα προς το φυσικό περιβάλλον. Από διάφορα σημεία της Κορωνησίας, ο επισκέπτης μπορεί να απολαύσει διαφορετικές οπτικές προοπτικές, είτε προς την ανοιχτή θάλασσα και τον μακρινό ορίζοντα, είτε προς τις λιμνοθάλασσες, τα μικρά κοντινά νησιά, την χλωρίδα και την πανίδα του οικοσυστήματος, με έμφαση στην παρατήρηση των πουλιών. Επιπλέον, οι περιοχές του οικισμού που βρίσκονται σε τοπογραφικές εξάρσεις, όπως το αναστηλωμένο φυλάκιο παρατήρησης Κούλια ή η κεντρική πλατεία με την εκκλησία, ο λόφος της Σαλαώρας προσφέρουν πανοραμική θέα προς το την ευρύτερη περιοχή.
Η περιπατητική διαδρομή κατά μήκος των λουρονησίδων, κατά μήκος της ακτής και η επαφή με τις λιμνοθάλασσες Λογαρούς και Σακολετσίου που συνδυάζονται με το φυσικό πράσινο, δημιουργούν εικόνες που εναλλάσσονται ανάλογα με τη γωνία θέασης του τοπίου και τις αλλαγές στο φυσικό φως. Αυτός ο συνδυασμός της ανοιχτής θάλασσας, του Αμβρακικού κόλπου, των καταπράσινων λόφων και των πυκνών φυτεύσεων προσφέρει μια ποικιλία οπτικών ερεθισμάτων και εντυπωσιακών θεάσεων. Η ποικιλία των θεάσεων της Κορωνησίας και η εναλλαγή μεταξύ φυσικών τοπίων και δομημένων χώρων, ενισχύει την αίσθηση της «ανακάλυψης» καθώς κάθε βήμα στον οικισμό αποκαλύπτει μια νέα διάσταση της θέας, κάνοντάς την πιο σύνθετη και ενδιαφέρουσα. Αυτή η πολυπλοκότητα των θεάσεων προσφέρει μια συνεχώς μεταβαλλόμενη εμπειρία στον επισκέπτη, καθιστώντας τον σε μια διαρκή αλληλεπίδραση με το περιβάλλον του, μια αλληλεπίδραση που δεν είναι στατική, αλλά μεταβάλλεται με τον χρόνο και τον τόπο.
Η ευρύτητα της κλίμακας του τοπίου στην Κορωνησία δημιουργεί μια ιδιαίτερη αίσθηση ανοιχτότητας και ενότητας με το φυσικό περιβάλλον, προσφέροντας στους κατοίκους και τους επισκέπτες μια εμπειρία οπτικής απεραντοσύνης. Αυτή η μεγάλη κλίμακα του τοπίου, με τα ανοιχτά θαλάσσια πεδία, τους πράσινους λόφους και τις εκτεταμένες παραλίες, προσφέρει μοναδικές οπτικές προοπτικές που εκτείνονται πέρα από τα όρια του οικισμού. Ο ορίζοντας φαίνεται να «αγκαλιάζει» τον τόπο, δημιουργώντας μία συνεχιζόμενη αίσθηση σύνδεσης με τον ουρανό και τη θάλασσα. Οι ανοιχτοί ορίζοντες και οι μεγάλες εκτάσεις του τοπίου ενδυναμώνουν την αίσθηση του χώρου, δίνοντας την αίσθηση ότι το τοπίο συνεχίζεται ακαθόριστα, χωρίς περιορισμούς, σαν να αποτελεί μια ενιαία φυσική συνέχεια, χαρακτηριστικό ιδιαίτερα δελεαστικό για το επισκέπτη-κάτοικο της πόλης που στερείται τέτοιας σχέσης με την φύση και το τοπίο.
Αυτή η ευρυχωρία του τοπίου αντιπαραβάλλεται έντονα με τα μικρότερης κλίμακας τοπία των νησιών του Αποθαμένου και του Περανησίου, που παρουσιάζουν διαφορετικές αισθητικές και χωρικές συνθήκες. Στα νησιά, η οπτική κατεύθυνση είναι συχνά πιο περιορισμένη σε επιμέρους παράθυρα θέας. Αυτή η μικρότερη κλίμακα δημιουργεί μια διαφορετική αίσθηση του χώρου, πιο συγκεντρωμένη και συχνά πιο προστατευμένη. Οι μικρές αποστάσεις και οι περιορισμένες οπτικές γωνίες συνθέτουν τοπία που προσφέρουν την αίσθηση της απομόνωσης ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση.
Αυτή η αντίθεση μεταξύ της ευρύτητας και της κλίμακας του τοπίου στο σύμπλεγμα της Κορωνησίας, δημιουργεί μια συνεχώς μεταβαλλόμενη αντίληψη του χώρου για τον παρατηρητή, όπου κάθε περιοχή, με την ιδιαίτερη κλίμακά της, προσφέρει διαφορετική εμπειρία και αίσθηση του τοπίου.
Η νοτιοδυτική έκθεση της Κορωνησίας στον ήλιο και στον άνεμο αποτελεί έναν από τους καθοριστικούς παράγοντες που επηρεάζουν το μικροκλίμα και τη ζωή στον οικισμό. Αυτή η γεωγραφική θέση, με την προσανατολισμένη προς τον νότο κατεύθυνση, προσφέρει μεγάλα πλεονεκτήματα αλλά και κάποιες προκλήσεις για τους κατοίκους και τον σχεδιασμό του δημόσιου χώρου. Η κατανόηση των επιπτώσεων της νότιας έκθεσης στον ήλιο είναι σημαντική για την προώθηση μιας ολοκληρωμένης και βιώσιμης ανάπτυξης της Κορωνησίας και ενισχύει την ανάγκη για κατάλληλο σχεδιασμό των δημόσιων και ιδιωτικών χώρων. Ο σωστός σχεδιασμός μπορεί να αξιοποιήσει τα πλεονεκτήματα του ηλιακού φωτός και του προσανατολισμού. Για παράδειγμα, η φύτευση δέντρων ή η δημιουργία ελαφρών κατασκευών που να παρέχουν σκιά και προστασία, μπορούν να βελτιώσουν σημαντικά την άνεση του περιβάλλοντος. Η φροντίδα για την προσθήκη σκιάς στην εποχή της κλιματικής αλλαγής , είτε φυσικής μέσω δέντρων ή τεχνητής μέσω κατασκευών, μπορεί να προσφέρει ανακούφιση ιδιαίτερα από τον ισχυρό καλοκαιρινό ήλιο.
Το σύμπλεγμα της Κορωνησίας αποτελεί σύνολο σε καλή κατάσταση, που όμως χαρακτηρίζεται από την άτακτη χρήση του χώρου και την ύπαρξη αντιφατικών χρήσεων. Ενδεχομένως στο μέλλον θα εμφανιστούν πιέσεις για εξάπλωση του δομημένου περιβάλλοντος εις βάρος του φυσικού τοπίου εντός και εκτός οικισμού, με αποτέλεσμα την περιβαλλοντική υποβάθμιση. Τα προβλήματα αυτά απειλούν την πολύτιμη πολιτιστική και φυσική κληρονομιά της τοποθεσίας.
Κυρίαρχο στοιχείο του τοπίου είναι το υδάτινο στοιχείο στις διάφορες εκφάνσεις που παρουσιάζεται, είτε ως Αμβρακικός κόλπος, είτε ως λιμνοθάλασσα. Το νερό κάνει την εμφάνισή του από την μικρότερη κλίμακα στη μεγαλύτερη ως μια διαδρομή του νερού από την ενδοχώρα προς την θάλασσα. Ο οικισμός αλλά και οι τριγύρω τοποθεσίες έχουν μια διαρκή οπτική, χωρική και λειτουργική σχέση με αυτό, η ζωή των κατοίκων ήταν πάντα συνυφασμένη με τις λιμνοθάλασσες. Παρατηρείται όμως κατά τόπους αντιφατικές σχέσεις αλλοίωσης της όχθης, ειδικά στο νοτιοδυτικό παραθαλάσσιο τμήμα του οικισμού. Για αυτό οι σχέσεις ορίων στη μικρότερη και στη μεγαλύτερη κλίμακα είναι επιτακτικό να μελετηθούν, όπως και τα όρια ανάμεσα στον οικισμό, τις λιμνοθάλασσες, τα 2 μικρά νησιά, τις λουρονησίδες και στις υδάτινες ενότητες που τα περιβάλει.
Συγκεκριμένα, ιδιαίτερη σημασία πρέπει να δοθεί στο παραλιακό μέτωπο στο νότιο τμήμα της Κορωνησίας, καθώς αποτελεί έναν κρίσιμο και ευαίσθητο χώρο που χρειάζεται προσοχή και φροντίδα για να αποκατασταθεί η σχέση του οικισμού με τη θάλασσα. Σήμερα, ο χώρος χαρακτηρίζεται από αμηχανία, με μια ελλιπή βλάστηση και περιορισμένο σκιασμό, γεγονός που καθιστά την περιοχή λιγότερο ελκυστική και λιγότερο φιλόξενη τόσο για τους κατοίκους όσο και για τους επισκέπτες.
Η απουσία επαρκούς φυτικής κάλυψης και η έλλειψη σκιασμένων περιοχών δημιουργούν μια αίσθηση αμηχανίας, η οποία έρχεται σε αντίθεση με την πλούσια φυσική βλάστηση που χαρακτηρίζει άλλα μέρη του οικισμού. Τα απότομα όρια με τοιχία που καταλήγουν στη θαλάσσια όχθη εντείνουν αυτή την αίσθηση αμηχανίας, περιορίζοντας τη φυσική συνέχεια του τοπίου και αποκόπτοντας τον οικισμό από τη θάλασσα, η οποία θα έπρεπε να είναι ένα ενσωματωμένο στοιχείο του καθημερινού βιώματος των κατοίκων.
Η περιοχή αυτή, αν και βρίσκεται σε άμεση επαφή με τη θάλασσα, δεν εκμεταλλεύεται πλήρως το φυσικό της δυναμικό. Τα τοιχία και οι απότομες επεμβάσεις στην παραλιακή ζώνη εμποδίζουν την ομαλή ροή του τοπίου και περιορίζουν τη δυνατότητα για ήπια και φυσική πρόσβαση στη θάλασσα, ενώ ταυτόχρονα δημιουργούν έναν "αποκομμένο" χώρο που στερείται της απαραίτητης ενσωμάτωσης με το υπόλοιπο φυσικό περιβάλλον.
Ειδικότερα, στο νοτιοδυτικό τμήμα της παραθαλάσσιας περιοχής, εκεί που στο παρελθόν η όχθη αποτελούσε τη φυσική συνέχεια της λιμνοθάλασσας, δημιουργώντας μια οικολογικά πλούσια και αντιληπτικά ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ζώνη, παρουσιάζει σήμερα μια διαφορετική εικόνα. Η περιοχή αυτή, παρότι διατηρεί τις ιστορικές της συνδέσεις με το υδάτινο στοιχείο, έχει μετατραπεί σε μια μπαζωμένη αλάνα με αντιφατική και απροσδιόριστη χρήση, γεγονός που προκαλεί την αίσθηση ότι έχει χάσει την φυσική και οικολογική της αξία.
Η συγκεκριμένη περιοχή, αν και ήταν παραδοσιακά συνδεδεμένη με τη λιμνοθάλασσα και το υδάτινο τοπίο, λειτουργεί πλέον ως ένα είδος ενδιάμεσου αμήχανου χώρου, χωρίς ξεκάθαρο σκοπό ή λειτουργία. Η φυσική διαμόρφωση του χώρου, η οποία θα μπορούσε να έχει μετατραπεί σε μια ζωντανή, οικολογική όαση, έχει δώσει τη θέση της σε μια μπαζωμένη αλάνα, με ασαφή χρήση της, δεν προσφέρει την αναγκαία σύνδεση με το φυσικό περιβάλλον και φαίνεται να αποτελεί ένα εμπόδιο στη συνέχιση της σχέσης του οικισμού με το νερό και τη φύση. Αυτός ο χώρος, αν και στο τμήμα του οικισμού που σχετίζεται άμεσα με το υδάτινο στοιχείο, παίζει ένα κρίσιμο ρόλο στη διαμόρφωση της ατμόσφαιρας και της ταυτότητας του χωριού, στην πράξη λειτουργεί σαν ένα «κενό» που περιορίζει την πρόσβαση στη θάλασσα και το νερό, καθώς και την οικολογική του αξία. Η αλάνα αυτή, χωρίς την κατάλληλη διαχείριση στερεί την περιοχή από τη δυναμική της φυσικής σύνδεσης με το υδάτινο τοπίο και περιορίζει την εμπειρία των κατοίκων και των επισκεπτών, οι οποίοι δεν μπορούν να απολαύσουν την σχέση με την όχθη και το οικοσύστημα της λιμνοθάλασσας.
Η λιμνοθάλασσα Σακολετσίου εισχωρεί στον οικισμό, ο οικισμός διαμορφώνει ένα αμήχανο πλάτωμα
Πηγή: Ομάδα μελέτης 2024
Επιπλέον, η απουσία ή η ακατάλληλη χρήση της περιοχής επηρεάζει αρνητικά τη γενικότερη οικολογική ισορροπία της περιοχής. Εάν αυτή η ζώνη αντιμετωπιστεί σωστά, μπορεί να επανακτήσει τη φυσική της αξία και να μετατραπεί σε έναν πολύτιμο πόρο για τον οικισμό, ενσωματώνοντας τα υδάτινα στοιχεία και την πλούσια βιοποικιλότητα της περιοχής στην καθημερινότητα των κατοίκων και των επισκεπτών.
Παρά το γεγονός ότι ο οικισμός είναι μέσα στο πράσινο, παρατηρούνται αλλοιώσεις των φυτικών στοιχειών, όπως η μείωση της επιφάνειας του ενετικού ελαιώνα. Διαπιστώνεται επίσης ότι οι υπαίθριοι χώροι της πόλης είναι ελλείπεις και μη οργανωμένοι σε ένα ενιαίο χωρικό σύστημα. Οι δημόσιοι αυτοί χώροι έχουν την ανάγκη μιας συνολικής ιδέας διαχείρισής τους σε ένα συγκροτημένο συνεχές δίκτυο, σε συνδυασμό με την ολιστική ανάπτυξη.
Η προστασία και διατήρηση της περιοχής είναι ζωτικής σημασίας τόσο από περιβαλλοντική όσο και από τοπιακή άποψη, ώστε να διασφαλιστεί η ακεραιότητα και η αυθεντικότητα του τοπίου, αποτρέποντας την αλλοίωσή του. Είναι επιτακτική η αποφυγή οποιασδήποτε περιβαλλοντικής υποβάθμισης, καθώς και η διατήρηση της οργάνωσης του χώρου σε κλίμακα, ώστε να μην καταστραφούν τα επιμέρους χαρακτηριστικά που συνθέτουν την τοπική ταυτότητα. Αυτό περιλαμβάνει π.χ. στον οικισμό τη διατήρηση του ελαιώνα, των δενδροφυτεύσεων και φυτοφραχτών, την προστασία των λουρονησίδων, την οργάνωση και αύξηση των κοινόχρηστων υπαίθριων χώρων, του παραλιακού μετώπου και της φυσικότητας της ακτογραμμής, καθώς και την ανάδειξη των μονοπατιών που οργανώνουν και συνδέουν τον χώρο τόσο εντός του οικισμού όσο και με τις γύρω τοποθεσίες.
Ο οικισμός βρίσκεται μέσα στο πράσινο με μάζες εδώ και εκεί, εξέχουσα θέση ο ενετικός ελαιώνας. Επεξεργασμένη εικόνα -τονισμός του πρασίνου
Πηγή: Ομάδα μελέτης 2024
Φαίνεται ότι ο οικισμός αντιμετωπίζει προβλήματα όσον αφορά την οργάνωση των υπαίθριων χώρων και την έλλειψη πεζοδρομίων. Αυτό μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες τόσο για την ασφάλεια των πεζών όσο και για την ποιότητα ζωής των κατοίκων και των επισκεπτών. Οι πεζοδρομήσεις και η οργάνωση των δημόσιων χώρων παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση της κοινωνικής αλληλεπίδρασης, στην προώθηση της βιώσιμης κινητικότητας και στη βελτίωση της αισθητικής του χώρου. Η δημιουργία ενός οργανωμένου και ασφαλούς δημόσιου χώρου μπορεί να βελτιώσει την ποιότητα ζωής των κατοίκων, να ενισχύσει την κοινωνική συνοχή του οικισμού και να ενδυναμώσει την συλλογική ταυτότητα. Η διατήρηση και η ανάπτυξή τους με σεβασμό προς τις ανάγκες των κατοίκων και τη φυσική κληρονομιά του τόπου είναι ζωτικής σημασίας για την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, την προώθηση μιας βιώσιμης και συνεκτικής κοινότητας και τις πιθανές τουριστικές προοπτικές ανάπτυξης.
Το παραλιακό μέτωπο στερείται χωρικής οργάνωσης και γόνιμης σχέσης με το υδάτινο στοιχείο, σκιασμού και στοιχείων πρασίνου
Πηγή: Ομάδα μελέτης 2024